|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | pervasive adj | (smell, etc.: permeating) (έντονος) | διαπεραστικός επίθ | | | (που βρίσκεται παντού) | διάχυτος επίθ | | | There was a pervasive smell of fried food throughout the house. | | | Υπήρχε μια διαπεραστική μυρωδιά τηγανητού φαγητού σε όλο το σπίτι. | | pervasive adj | figurative (tending to infiltrate or spread) | που απλώνεται παντού, που εξαπλώνεται περίφρ | | | (αίσθηση) | διάχυτος επίθ | | | (μεταφορικά) | επίμονος επίθ | | | Mint is pervasive; you have to be careful it doesn't take over your whole herb patch. | | | There was a pervasive sense of terror in the room, spreading from person to person. | | | Η μέντα εξαπλώνεται. Πρέπει να προσέξεις να μην σου απλωθεί σε όλο το παρτέρι με τα μυρωδικά σου. | | | Υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση φόβου στο δωμάτιο που μεταδιδόταν από τον έναν στον άλλο. |
Ο όρος 'pervasive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|