planned

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/plænd/

From the verb plan: (⇒ conjugate)
planned is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: planned, plan

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
planned adj(scheduled, arranged)προγραμματισμένος μτχ πρκ
  οργανωμένος μτχ πρκ
  σχεδιασμένος, προσχεδιασμένος μτχ πρκ
  που είναι στο πρόγραμμα περίφρ
Σχόλιο: Εναλλακτικά αποδίδεται και με φράσεις όπως «έχω προγραμματίσει», «έχω σχεδιάσει» κλπ.
 I have a flight planned.
 Eugene's wife found the tickets to Paris and ruined his planned surprise.
planned adj(intentional)προσχεδιασμένος μτχ πρκ
  προγραμματισμένος μτχ πρκ
  σχεδιασμένος εκ των προτέρων περίφρ
 Did Julia fall pregnant by accident, or was it planned?
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plan n(scheme)σχέδιο, πρόγραμμα ουσ ουδ
 A five-year plan was formulated to revitalize the economy.
 Ένα πενταετές σχέδιο δημιουργήθηκε για να τονώσει την οικονομία.
plan n(intention)πρόθεση ουσ θηλ
 (συχνά πληθυντικός)σχέδιο ουσ ουδ
 (καθομιλουμένη)πλάνο ουσ ουδ
 I have no plan to change jobs.
 Δεν έχω πρόθεση να αλλάξω δουλειά.
 Δεν είναι στα σχέδιά μου να αλλάξω δουλειά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Άλλαξε το πλάνο και δεν θα πάμε στη θάλασσα σήμερα.
plan n(idea)σχέδιο ουσ ουδ
  ιδέα ουσ θηλ
 Do you have a plan for getting us out of this mess?
 Έχεις κάποιο σχέδιο για να μας ξεμπλέξεις;
 Έχεις καμία ιδέα για να μας ξεμπλέξεις;
plan n(outline)πρόγραμμα ουσ ουδ
  πλάνο ουσ ουδ
 I've sketched out a plan of how the event should run.
 Έχω φτιάξει ένα πρόγραμμα για το πώς πρέπει να κυλήσει η εκδήλωση.
plan noften plural (project)σχέδιο ουσ ουδ
  κανονίζω ρ μ
 Do you have any plans for this weekend?
 Έχεις σχέδια για το σαββατοκύριακο;
 Έχεις κανονίσει τίποτα για το σαββατοκύριακο;
plans npl(design)σχέδιο ουσ ουδ
 Have you seen the architect's plans for the new library?
 Έχεις δει το σχέδιο του αρχιτέκτονα για την καινούρια βιβλιοθήκη;
plan to do [sth] vi + prep(intend) (να κάνω κάτι)σχεδιάζω, σκοπεύω ρ μ
 (καθομιλουμένη)λέω ρ μ
 We're planning to buy a house next year.
 Σχεδιάζουμε (or: Σκοπεύουμε) να αγοράσουμε ένα σπίτι του χρόνου.
 Λέμε να αγοράσουμε ένα σπίτι του χρόνου.
plan [sth] vtr(set a schedule)οργανώνω, προγραμματίζω ρ μ
  σχεδιάζω ρ μ
 We need to plan the next few weeks.
 Πρέπει να οργανώσουμε (or: προγραμματίσουμε) τις επόμενες εβδομάδες.
 Πρέπει να σχεδιάσουμε τι θα κάνουμε τις επόμενες εβδομάδες.
plan [sth] vtr(arrange)σχεδιάζω ρ μ
 He planned the campaign in minute detail.
 Σχεδίασε την καμπάνια με την παραμικρή λεπτομέρεια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plan n(program)πρόγραμμα ουσ ουδ
 She contributes to a retirement plan.
plan n(schedule)πρόγραμμα ουσ ουδ
 He decided to follow a weight-loss plan.
plan for [sth] vi + prep(make plans) (για κάτι)κάνω σχέδια περίφρ
 (κάτι)σχεδιάζω ρ μ
 I've started planning for next year's vacation.
plan [sth] vtr(draw)σχεδιάζω ρ μ
  κάνω σχέδιο περίφρ
 I'll plan the whole area before we start building.
 Θα σχεδιάσω όλο το χώρο πριν αρχίσουμε να χτίζουμε.
 Θα κάνω το σχέδιο όλου του χώρου πριν αρχίσουμε να χτίσουμε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
plan ahead vi phrasal(be prepared)προετοιμάζομαι, οργανώνομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)κανονίζω από πριν περίφρ
  λαμβάνω τα μέτρα μου έκφρ
 It's a good thing you planned ahead, otherwise we might have never found a hotel.
plan on [sth],
plan on doing [sth]
vtr phrasal insep
informal (intend to) (να κάνω κάτι)σκοπεύω, σχεδιάζω ρ αμ
 I don't plan on being home before midnight.
plan on [sth],
plan on doing [sth]
vtr phrasal insep
(count on, expect) (να κάνω κάτι)σχεδιάζω, σκοπεύω ρ αμ
 (καθομιλουμένη)λέω ρ αμ
 I planned on going with my sister, but she is sick so I'll have to go on my own.
plan [sth] out vtr phrasal sep(organize in detail)σχεδιάζω, προγραμματίζω ρ μ
 By the time she was 12, she had her whole life planned out.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
planned | plan
ΑγγλικάΕλληνικά
planned obsolescence,
built-in obsolescence
n
(designed to become obsolete)προγραμματισμένη απαρχαίωση επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'planned' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση planned στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «planned».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!