• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plebs n(Ancient Rome: commoners)πληβείος, πληβεία ουσ αρσ, ουσ θηλ
Σχόλιο: Used with a plural verb
plebs n(common people)κοινός θνητός, κοινή θνητή επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  λαός ουσ αρσ
 (μειωτικό)μάζα ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη, μειωτικό)πλέμπα ουσ θηλ
Σχόλιο: Used with a plural verb
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plebs στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «plebs».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!