plentiful

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈplɛntifʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈplɛntɪfəl/ ,USA pronunciation: respelling(plenti fəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
plentiful adj(ample, abundant) (μετρήσιμη ποσότητα)πολλοί επίθ
  πολυάριθμος επίθ
 (και μη μετρήσιμη ποσότητα)άφθονος επίθ
 (μεταφορικά)πλούσιος επίθ
 There's plentiful evidence that the economy's slowly improving.
 Υπάρχουν πολλές αποδείξεις ότι η οικονομία βελτιώνεται σιγά - σιγά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'plentiful' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση plentiful στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «plentiful».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!