| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| pride n | (high opinion of yourself) | περηφάνια, υπερηφάνεια ουσ θηλ |
| | (αρνητική έννοια) | έπαρση, υπεροψία ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη: θετική έννοια) | καμάρι ουσ ουδ |
| | He has too much pride to admit that he was wrong. |
| | Η περηφάνια (or: υπερηφάνεια) του είναι πολύ μεγάλη για να παραδεχτεί ότι κάνει λάθος. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά την βράβευσή του γέμισε έπαρση (or: υπεροψία). |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με καμάρι μας ανακοίνωσε ότι πήρε άριστα στο διαγώνισμα. |
| pride n | (pleasure at [sb]'s success) | περηφάνια, υπερηφάνεια ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | καμάρι ουσ ουδ |
| | She had pride in her daughter's achievements. |
| | Νιώθει περηφάνια για τα επιτεύγματα της κόρης της. |
| | Εϊναι γεμάτη καμάρι για τα επιτεύγματα της κόρης της. |
| pride n | pejorative (conceit, ego) | εγωισμός ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας) | ψωροπερηφάνια ουσ θηλ |
| | He could not admit it because of his pride. |
| | Δεν μπορούσε να το παραδεχθεί λόγω του εγωισμού του. |
| pride n | (herd of lions) | αγέλη ουσ θηλ |
| | The documentary showed a pride of lions relaxing together. |
| | Το ντοκιμαντέρ έδειχνε μια αγέλη λιονταριών που χαλάρωναν μαζί. |
| Pride n | (celebration of gay identity) | pride ουσ ουδ άκλ |
| | Pride is usually celebrated in the summer. |
| Pride n | (parade celebrating gay identity) | pride ουσ ουδ άκλ |
| | The revellers at Pride had rainbows painted on their faces. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| glow with [sth] vi + prep | figurative (radiate: pride, health) | λάμπω από κτ ρ αμ + πρόθ |
| | Alisha glowed with pride as the gold medal was presented to her daughter. |
| pride and joy n | informal (person: most loved) | καμάρι ουσ ουδ |
| | She is her parents' pride and joy. |
| pride and joy n | informal (thing: most treasured) | καμάρι ουσ ουδ |
| | John's restored vintage motorcycle was his pride and joy. |
| Pride comes before a fall expr | (it is unwise to be arrogant) | ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει έκφρ |
| | (αργκό, ανεπίσημο, χυδαίο) | όσο πιο ψηλά καβαλάει κανείς το καλάμι, τόσο πιο πολύ κινδυνεύει να του χωθεί στον κώλο. έκφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Η σημασία της αγγλικής παροιμίας είναι ότι όταν κανείς είναι αλαζόνας, συχνά ταπεινώνεται στη συνέχεια. |
| pride of place n | (most prominent position) | η καλύτερη θέση περίφρ |
| | | η πιο περίοπτη θέση περίφρ |
| | Navid's trophy was given pride of place on the mantelpiece. |
| pride yourself on [sth] v expr | (be proud) | είμαι περήφανος για κτ περίφρ |
| | | μπορώ να περηφανεύομαι για κτ περίφρ |
| | She prides herself on her spotlessly clean house. |
| pride yourself on doing [sth] v expr | (be conscientious) | είμαι περήφανος που κάνω κτ περίφρ |
| | | μπορώ να περηφανεύομαι που κάνω κτ περίφρ |
| | I pride myself on staying fit and slim. |
| self-pride n | (pride in yourself) | αυτοεκτίμηση ουσ θηλ |
| source of pride n | (reason to feel proud) (μεταφορικά) | πηγή υπερηφάνειας φρ ως ουσ θηλ |
| swallow your pride v expr | (do [sth] that hurts your pride) (μεταφορικά) | ρίχνω τα μούτρα μου εκφρ |
| | | παραμερίζω την περηφάνια μου, κάνω στην άκρη την περηφάνια έκφρ |
| take pride in [sth] v expr | (be proud) | είμαι περήφανος για κτ περίφρ |
| | Canadians take pride in their national hockey team. |
| take pride in [sth] v expr | (be conscientious) | προσέχω πολύ κτ περίφρ |
| | She takes a lot of pride in her appearance - her clothes are always impeccable. |
| | Προσέχει πολύ την εμφάνισή της. Τα ρούχα της είναι πάντα άψογα. |
| with pride adv | (proudly) | με υπερηφάνεια επίρ |
| | My son has just won a scholarship to Harvard, he said with pride. |
| wounded pride n | (embarrassment or shame) | πληγωμένος εγωισμός επίθ + ουσ αρσ |
| | When I fell off my bike the worst thing I suffered was wounded pride. |