pride

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpraɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/praɪd/ ,USA pronunciation: respelling(prīd)

Inflections of 'pride' (v): (⇒ conjugate)
prides
v 3rd person singular
priding
v pres p
prided
v past
prided
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pride n(high opinion of yourself)περηφάνια, υπερηφάνεια ουσ θηλ
 (αρνητική έννοια)έπαρση, υπεροψία ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη: θετική έννοια)καμάρι ουσ ουδ
 He has too much pride to admit that he was wrong.
 Η περηφάνια (or: υπερηφάνεια) του είναι πολύ μεγάλη για να παραδεχτεί ότι κάνει λάθος.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά την βράβευσή του γέμισε έπαρση (or: υπεροψία).
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με καμάρι μας ανακοίνωσε ότι πήρε άριστα στο διαγώνισμα.
pride n(pleasure at [sb]'s success)περηφάνια, υπερηφάνεια ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)καμάρι ουσ ουδ
 She had pride in her daughter's achievements.
 Νιώθει περηφάνια για τα επιτεύγματα της κόρης της.
 Εϊναι γεμάτη καμάρι για τα επιτεύγματα της κόρης της.
pride npejorative (conceit, ego)εγωισμός ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)ψωροπερηφάνια ουσ θηλ
 He could not admit it because of his pride.
 Δεν μπορούσε να το παραδεχθεί λόγω του εγωισμού του.
pride n(herd of lions)αγέλη ουσ θηλ
 The documentary showed a pride of lions relaxing together.
 Το ντοκιμαντέρ έδειχνε μια αγέλη λιονταριών που χαλάρωναν μαζί.
Pride n(celebration of gay identity)pride ουσ ουδ άκλ
 Pride is usually celebrated in the summer.
Pride n(parade celebrating gay identity)pride ουσ ουδ άκλ
 The revellers at Pride had rainbows painted on their faces.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pride n(dignity)αξιοπρέπεια ουσ θηλ
  φιλότιμο ουσ ουδ
  φιλοτιμία ουσ θηλ
 She has so much pride that she would never tell a lie.
 Έχει τόση αξιοπρέπεια που δεν θα έλεγε ποτέ ψέματα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
glow with [sth] vi + prepfigurative (radiate: pride, health)λάμπω από κτ ρ αμ + πρόθ
 Alisha glowed with pride as the gold medal was presented to her daughter.
pride and joy ninformal (person: most loved)καμάρι ουσ ουδ
 She is her parents' pride and joy.
pride and joy ninformal (thing: most treasured)καμάρι ουσ ουδ
 John's restored vintage motorcycle was his pride and joy.
Pride comes before a fall expr(it is unwise to be arrogant)ό,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει έκφρ
 (αργκό, ανεπίσημο, χυδαίο)όσο πιο ψηλά καβαλάει κανείς το καλάμι, τόσο πιο πολύ κινδυνεύει να του χωθεί στον κώλο. έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Η σημασία της αγγλικής παροιμίας είναι ότι όταν κανείς είναι αλαζόνας, συχνά ταπεινώνεται στη συνέχεια.
pride of place n(most prominent position)η καλύτερη θέση περίφρ
  η πιο περίοπτη θέση περίφρ
 Navid's trophy was given pride of place on the mantelpiece.
pride yourself on [sth] v expr(be proud)είμαι περήφανος για κτ περίφρ
  μπορώ να περηφανεύομαι για κτ περίφρ
 She prides herself on her spotlessly clean house.
pride yourself on doing [sth] v expr(be conscientious)είμαι περήφανος που κάνω κτ περίφρ
  μπορώ να περηφανεύομαι που κάνω κτ περίφρ
 I pride myself on staying fit and slim.
self-pride n(pride in yourself)αυτοεκτίμηση ουσ θηλ
source of pride n(reason to feel proud) (μεταφορικά)πηγή υπερηφάνειας φρ ως ουσ θηλ
swallow your pride v expr(do [sth] that hurts your pride) (μεταφορικά)ρίχνω τα μούτρα μου εκφρ
  παραμερίζω την περηφάνια μου, κάνω στην άκρη την περηφάνια έκφρ
take pride in [sth] v expr(be proud)είμαι περήφανος για κτ περίφρ
 Canadians take pride in their national hockey team.
take pride in [sth] v expr(be conscientious)προσέχω πολύ κτ περίφρ
 She takes a lot of pride in her appearance - her clothes are always impeccable.
 Προσέχει πολύ την εμφάνισή της. Τα ρούχα της είναι πάντα άψογα.
with pride adv(proudly)με υπερηφάνεια επίρ
 My son has just won a scholarship to Harvard, he said with pride.
wounded pride n(embarrassment or shame)πληγωμένος εγωισμός επίθ + ουσ αρσ
 When I fell off my bike the worst thing I suffered was wounded pride.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'pride' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [motherly, fatherly] pride, [gay, lesbian, LGBT] pride, a [gay] pride [parade, party, event], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση pride στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «pride».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!