purposeful

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈpɜːrpəsfʊl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈpɝpəsfəl/ ,USA pronunciation: respelling(pûrpəs fəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
purposeful adj(determined)αποφασιστικός, δυναμικός επίθ
  στοχευμένος μτχ πρκ
 Their purposeful approach was key to their success.
 Η αποφασιστική τους προσέγγιση ήταν το κλειδί της επιτυχίας τους.
purposeful adj(considered, meaningful)ουσιαστικός επίθ
 (αποτελεσματικός)εύστοχος επίθ
 We're hoping for some purposeful dialogue this afternoon.
 Ελπίζουμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο σήμερα το απόγευμα.
purposeful adj(deliberate)σκόπιμος επίθ
  εσκεμμένος επίθ
 The report was submitted with a purposeful lack of information.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση purposeful στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «purposeful».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!