| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| rafting n | (watersport: riding a raft) | ράφτινγκ ουσ ουδ άκλ |
| | My first time rafting, our boat capsized and I almost drowned. |
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| raft n | (floating wooden platform) | σχεδία ουσ θηλ |
| | The survivors of the shipwreck combed the island for wood to build a raft. |
| | Οι επιζώντες του ναυαγίου έψαξαν να βρουν ξύλα στο νησί για να φτιάξουν μια σχεδία. |
| raft n | (inflatable boat) | βάρκα ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | λέμβος ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | φουσκωτή βάρκα επίθ + ουσ θηλ |
| | The yacht was in trouble, so the captain inflated the raft. |
| | Το γιοτ είχε πρόβλημα, γι' αυτό ο καπετάνιος φούσκωσε τη λέμβο. |
| a raft of [sth] n | informal (large amount) | ένα σωρό φρ ως επίθ |
| | | πολλοί επίθ |
| | (για μη μετρήσιμο ουσιαστικό) | πολύς επίθ |
| | A raft of people turned up to hear the famous man speak. |
| | Ένα σωρό άνθρωποι μαζεύτηκαν για να ακούσουν τον λόγο που έβγαλε ο διάσημος άντρας. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| raft⇒ vi | (sport: go rafting) | κάνω ράφτινγκ περίφρ |
| | | πάω για ράφτινγκ περίφρ |
| | My son enjoys rafting with his Scout troop. |
Ο όρος 'rafting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: