Ο όρος 'receipt' παραπέμπει στον όρο ''receipt''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'receipt' is cross-referenced with ''receipt''. It is in one or more of the lines below.
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| receipt n | (proof of payment) | απόδειξη ουσ θηλ |
| | Larry paid for his shopping and the cashier handed him a receipt. |
| | Ο Λάρι πλήρωσε για τα ψώνια του και ο ταμίας του έδωσε την απόδειξη. |
| receipt n | (reception of goods) (διαδικασία) | παραλαβή ουσ θηλ |
| | Our records show receipt of the package last Wednesday. |
| | Τα αρχεία μας δείχνουν ότι έγινε παραλαβή του πακέτου την περασμένη Τετάρτη. |
| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| rcpt. n | written, abbreviation (receipt) (συντομογραφία) | απόδ. ουσ θηλ |