receivable

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈsiːvəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈsivəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(ri sēvə bəl)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
receivable adj(awaiting payment, due) (που πρέπει να εισπραχθεί)εισπρακτέος επίθ
 The number of bills receivable has doubled this month.
 Ο αριθμός των εισπρακτέων λογαριασμών έχει διπλασιαστεί αυτό το μήνα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
accounts receivable npl(debts owed by a customer)εισπρακτέοι λογαριασμοί φρ ως ουσ ουδ πλ
 (μεταφορικά: πχ στο δημόσιο)απαιτήσεις ουσ θηλ πλ
AR,
A/R
n
written, abbreviation (accounts receivable)απαιτήσεις ουσ θηλ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'receivable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση receivable στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «receivable».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!