|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | reflection n | (physics: return of light) (φωτός, ήχου) | αντανάκλαση ουσ θηλ | | | (φυσική) | ανάκλαση ουσ θηλ | | | He was momentarily blinded by the reflection of the sun off his watch. | | | Για μια στιγμή τον τύφλωσε η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στο ρολόι του. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η γωνία πρόσπτωσης ισούται με τη γωνία ανάκλασης. | | reflection n | (image) (εικόνα) | αντανάκλαση ουσ θηλ | | | | αντικατοπτρισμός ουσ αρσ | | | (κοινώς) | είδωλο ουσ ουδ | | | Harry looked at his reflection in every shiny surface. | | | Ο Χάρι κοίταζε την αντανάκλασή του σε κάθε στιλπνή επιφάνεια. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη και παρατήρησε τα σημάδια κούρασης στο πρόσωπό της. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κοίταξε το είδωλό της στον καθρέφτη και παρατήρησε τα σημάδια κούρασης στο πρόσωπό της. | | reflection n | (deep thinking) | στοχασμός, συλλογισμός ουσ αρσ | | | After reflection on this matter, I am in favour of it. | | reflection n | (thought, observation) | σκέψη ουσ θηλ | | | | άποψη ουσ θηλ | | | His reflections on the president's character were unfavourable. | | reflection n | figurative (result) (μεταφορικά) | αντανάκλαση ουσ θηλ | | | The artist's work is a reflection of his political beliefs. | | | Το έργο του καλλιτέχνη αποτελεί αντανάκλαση των πολιτικών του πεποιθήσεων. |
Ο όρος 'reflection' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|