rocking

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrɒkɪŋ/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: rocking, rock

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rocking n(back-and-forth motion)κούνημα ουσ ουδ
 The rocking of the boat was making the passengers dizzy.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rock n(individual stone)πέτρα ουσ θηλ
 (παλαιό)λιθάρι ουσ ουδ
 (επίσημο)λίθος ουσ αρσ
 (καθομ: μεγάλη πέτρα)κοτρόνα ουσ θηλ
 A demonstrator threw a rock.
 Ένας διαδηλωτής πέταξε μια πέτρα.
rock n(stone mass)βράχος ουσ αρσ
 A giant rock sits on the hill.
 Στον λόφο υπάρχει έναν γιγάντιος βράχος.
rock nuncountable (hard substance: mineral)βράχος ουσ αρσ
 We must dig through solid rock.
 Πρέπει να σκάψουμε σε συμπαγή βράχο.
rock n(pop music: rock and roll) (μουσική)ροκ ουσ θηλ άκλ
  ροκ ουσ ουδ άκλ
 Elvis played rock.
 Ο Έλβις έπαιζε ροκ.
rock [sth] vtr(shake violently)τραντάζω ρ μ
  συγκλονίζω, συνταράζω ρ μ
 (επίσημο)σείω, συνταράσσω ρ μ
 (καθομιλουμένη)ταρακουνάω ρ μ
 The explosion rocked the building.
 Η έκρηξη τράνταξε (or: ταρακούνησε) το κτίριο.
rock [sth] vtr(make unstable)τραντάζω, ταρακουνάω ρ μ
 (επίσημο)σείω ρ μ
 The rowers' movement rocked the boat.
 Οι κινήσεις των κωπηλατών ταρακούνησαν (or: τράνταξαν) τη βάρκα.
rock vi(move back and forth)λικνίζομαι ρ αμ
  κινούμαι μπρος πίσω ρ αμ + επίρ
 The chair began to rock.
 Η καρέκλα άρχισε να λικνίζεται.
rock [sb] vtr(baby: move side to side)λικνίζω ρ μ
 The mother sang her baby a lullaby as she rocked him in her arms.
 Η μητέρα τραγουδούσε ένα νανούρισμα στο μωρό, καθώς το λίκνιζε στην αγκαλιά της.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rock nfigurative (point of stability) (μεταφορικά)στήριγμα ουσ ουδ
 My brother is my rock.
rock nUK, uncountable (long stick of hard candy)καραμέλα ουσ θηλ
Σχόλιο: Πρόκειται για γλύκισμα σαν γλειφιτζούρι με αποκρυσταλλωμένη ζάχαρη.
 She brought back sticks of rock from her holiday at the seaside.
rock nslang (diamond) (αργκό)κοτρόνα ουσ θηλ
 That's quite a rock you're wearing.
rock nslang (cocaine) (ναρκωτικό)κρακ ουσ ουδ άκλ
 The junkies are smoking rock.
rock n(rocking)κούνημα, λίκνισμα ουσ ουδ
 The rock of the ship was hypnotic.
rock n as adj(relating to rock and roll)ροκ επίθ άκλ
 The guitarist has released two albums of classical music and a rock album.
rock vi(shake violently)τραντάζομαι, ταρακουνιέμαι ρ αμ
 (πλοίο, βάρκα)κλυδωνίζομαι, σκαμπανευάζω ρ αμ
 The entire plane rocked.
rock vi(play rock music) (καθομιλουμένη)ροκάρω ρ αμ
 That new band likes to rock.
rock vislang (be exciting) (αργκό)τα σπάω, δεν υπάρχω έκφρ
 (αργκό, μτφ, χυδαίο)γαμάω ρ αμ
 (αργκό, μτφ, χυδαίο)είμαι γαμάτος ρ έκφρ
 This roller coaster rocks!
rock vi(dance to rock music)χορεύω ρ αμ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κουνιέμαι ρ αμ
 (αργκό, μεταφορικά)χτυπιέμαι ρ αμ
 (κατά λέξη)χορεύω ροκ περίφρ
 The band is playing. Let's rock!
rock [sb/sth] vtr(disturb, upset)αναστατώνω, ξεσηκώνω ρ μ
 (από ρουτίνα)βγάζω ρ μ
 The crisis rocked them from their routine.
rock [sth] vtrslang (clothing, look: wear with style) (αργκό)τα σπάω με κτ έκφρ
 (μτφ, αργκό: κάνω ακόμα καλύτερο)απογειώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)μου πάει πολύ, μου πάει απίστευτα, μου πάει φοβερά περίφρ
Σχόλιο: Commonly used in the continuous.
 She's rocking the goth look today.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
rock out vi phrasalslang (listen to pop music) (αργκό)ροκάρω ρ αμ
 Mary was wearing headphones and rocking out.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
rocking | rock
ΑγγλικάΕλληνικά
rocking chair n(seat that rocks back and forth)κουνιστή πολυθρόνα επίθ + ουσ θηλ
 Grandma and Grandpa like sitting in their rocking chairs on the veranda.
rocking horse n(riding toy)κουνιστό αλογάκι επίθ + ουσ ουδ
 Charlie keeps falling off the rocking horse we bought him.
rocking movement n(swaying or tipping motion)ρυθμική κίνηση ουσ θηλ
 The rocking movement of the boat was making me feel sick.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rocking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rocking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rocking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!