rogue

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈrəʊg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/roʊg/ ,USA pronunciation: respelling(rōg)

Inflections of 'rogue' (v): (⇒ conjugate)
rogues
v 3rd person singular
roguing
v pres p
rogued
v past
rogued
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rogue n(dubious character)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αλήτης, αλήτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  κάθαρμα ουσ ουδ
 I wouldn't use that lawyer, if I were you; he's a rogue.
 Δεν θα προσλάμβανα αυτόν τον δικηγόρο εάν ήμουν στη θέση σου. Είναι απατεώνας.
rogue n(mischievous person)πονηρός, άτακτος επίθ
 (χιουμοριστικό)αλητάκος ουσ αρσ
 (μεταφορικά: παιδί)διαβολάκι ουσ ουδ
Σχόλιο: Most often used to refer to old men or children.
 My grandfather's always flirting with the old ladies in his home, the old rogue! That child is always up to mischief, the little rogue!
 Ο παππούς μου φλερτάρει πάντα με τις ηλικιωμένες κυρίες στο σπίτι του, ο αλητάκος!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rogue n as adj(animal: savage, erratic)άγριος επίθ
  αφηνιασμένος μτχ πρκ
 The rogue elephant stampeded through the village.
rogue n as adj(person: dubious, dishonest)απατεώνας, απατεώνισσα ουσ ως επίθ
 The rogue builder did a terrible job and then overcharged for it.
rogue n as adj(plant: unwanted)άγριος επίθ
  ζιζάνιο, αγριόχορτο ουσ ουδ
 Rogue rocket plants kept cropping up all over the vegetable patch.
rogue n as adj(behaving unpredictably)-
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος και αποδίδεται κατά περίπτωση.
 A rogue golf ball left the course and landed in the road.
 Μια αδέσποτη μπάλα του γκολφ βγήκε από το γήπεδο και κατέληξε στον δρόμο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rogue' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [loveable, dishonest, scheming] rogue, has always been (a bit of) a rogue, that [kid, child] is a little rogue!, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rogue στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rogue».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!