• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skank n(dance)είδος χορού
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Skank is an energetic dance style.
skank npejorative, offensive, informal (promiscuous woman) (προσβλητικό)τσούλα ουσ θηλ
 Ron's the kind of guy who sleeps with a woman and then calls her a skank.
skank npejorative, informal, US (sleazy person)αχρείος επίθ ως ουσ
 (αποδοκιμασίας)γλοιώδης επίθ
 (προσβλητικό)λεχρίτης ουσ αρσ
 Those boys are all skanks! I'd avoid them if I were you.
skank vi(dance loosely)χορεύω το συγκεκριμένο είδος
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The party guests were skanking to a ska tune.
skank viinformal (walk suggestively)περπατώ προκλητικά ρ αμ + πρόθ
 (ρ αμ)κουνιέμαι ρ αμ
skank [sth] vtrinformal (steal [sth])κλέβω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βουτάω, βουτώ ρ μ
 Alfie is always skanking money off his parents.
skank [sb] vtrinformal (trick [sb](καθομιλουμένη)τη φέρνω σε κπ έκφρ
 The seller skanked me with knock-off "designer" trainers.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skank στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «skank».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!