• WordReference
  • Definition
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: skewed, skew

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skewed adj(askew: slanted)στραβός επίθ
  λοξός επίθ
 Mark adjusted his skewed tie.
skewed adjfigurative (biased)προκατειλημμένος μτχ πρκ
  μονομερής επίθ
 Tailored search results give internet users a skewed perception of reality.
skewed adjfigurative (statistics: distorted)λανθασμένος μτχ πρκ
 (εσκεμμένα)πειραγμένος μτχ πρκ
 These results are very odd; you must have used skewed data.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skewed adj(tampered with)αλλοιωμένος, διαστρεβλωμένος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skew [sth] vtroften passive (slant)στρεβλώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη)στραβώνω ρ μ
 Brian's shoulder nudged the painting, skewing it.
skew [sth] vtrfigurative (distort, bias) (μεταφορικά)διαστρεβλώνω, στρεβλώνω ρ μ
  παραμορφώνω ρ μ
 Irrational prejudices can skew people's perceptions of others.
 Οι παράλογες προκαταλήψεις μπορούν να στρεβλώσουν τις απόψεις των ανθρώπων για τους άλλους.
skew [sth] vtrfigurative (statistics: distort)παραποιώ ρ μ
 (μεταφορικά)διαστρεβλώνω, στρεβλώνω ρ μ
 The researchers chose their research subjects carefully, in order to skew the statistics to give the result they wanted.
 Οι ερευνητές επέλεξαν προσεκτικά τα αντικείμενα της μελέτης για να παραποιήσουν τα στατιστικά στοιχεία και να έχουν το αποτέλεσμα που ήθελαν.
skew vi(change direction, slant)γέρνω ρ αμ
  είμαι στραβός, είμαι λοξός ρ έκφρ
  έχω κλίση ρ έκφρ
  κλίνω ρ αμ
 The corridor skewed to the right a little way into the house.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
skew adj(askew: slanted)στραβός, λοξός επίθ
 His tie was skew, so he straightened it.
skew adj(statistics, data: distorted)λανθασμένος μτχ πρκ
 (εσκεμμένα)πειραγμένος μτχ πρκ
 These results are very odd; the data you used must be skew.
skew adj(geometry: lines)ασύμβατος επίθ
skew nfigurative (distortion, slant) (μεταφορικά: παραμόρφωση)διαστρέβλωση ουσ θηλ
 (προτίμηση)κλίση, τάση ουσ θηλ
 The sampling technique had produced a skew in the data.
 There was a noticeable skew toward older authors in this year's awards list.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
skew | skewed
ΑγγλικάΕλληνικά
skew-whiff,
skewwhiff
adj
UK, informal (not straight, crooked)στραβός επίθ
skew-whiff,
skewwhiff
adv
UK, informal (not straight, crookedly)στραβά επίρ
 The cap sat skew-whiff on Jody's head.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'skewed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση skewed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «skewed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!