Listen:
Inflections of 'slog ' (v ): (⇒ conjugate )slogs v 3rd person singular slogging v pres p slogged v past slogged v past p
Κύριες μεταφράσεις WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
slog ⇒ vi informal (work very hard) (καθομιλουμένη ) ζορίζομαι, πιέζομαι ρ αμ (μόνο για εργασία ) δουλεύω σκληρά ρ αμ + επίρ The team slogged all night to finish the project. slog vi informal (move laboriously)περπατάω με κόπο έκφρ (μεταφορικά ) σέρνομαι ρ αμ Σχόλιο : Μπορεί να αποδοθεί και με οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο ρήμα, π.χ.: ανεβαίνω με κόπο, προχωράω με κόπο κλπ. The hikers slogged from the bottom of the hill to the top. slog [sth] ⇒ vtr (hit wildly) χτυπάω, χτυπώ ρ μ The boxer slogged his opponent repeatedly. slog n informal ([sth] laborious) (καθομιλουμένη ) ζόρι ουσ ουδ (μόνο για εργασία ) σκληρή δουλειά επίθ + ουσ ουδ (μεταφορικά ) πακέτο ουσ ουδ This 800-page novel is a real slog. slog n informal (laborious movement)δύσκολη διαδρομή επίθ + ουσ θηλ Σχόλιο : Μπορεί να αποδοθεί και με άλλη κατάλληλη λέξη, π.χ.: δύσκολη ανάβαση, δύσκολη κατάβαση κλπ. It's going to be a long slog to the top of the mountain. slog n (cricket: wild hit) δυνατό χτύπημα επίθ + ουσ ουδ With one final slog, the opposing team won.
Phrasal verbs WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
slog away at [sth] vi phrasal + prep informal (work hard at) (πάνω σε κτ ) δουλεύω σκληρά ρ αμ + επίρ (μεταφορικά ) δουλεύω σαν σκυλί έκφρ Σχόλιο : Most commonly used in continuous tenses