sloping

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslɒpɪŋ/

From the verb slope: (⇒ conjugate)
sloping is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: sloping, slope

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
sloping adj(inclined, slanted)επικλινής επίθ
  κεκλιμένος μτχ πρκ
 Sloping roofs are necessary in areas of heavy rainfall.
 Οι επικλινείς οροφές είναι απαραίτητες σε περιοχές όπου σημειώνονται έντονες βροχοπτώσεις.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slope n(ground with an incline)πλαγιά ουσ θηλ
 (προς τα πάνω)ανηφόρα ουσ θηλ
 (προς τα κάτω)κατηφόρα ουσ θηλ
 (επιστημονικό)κεκλιμένο επίπεδο μτχ πρκ + ουσ ουδ
 The ball rolled away, down the slope.
 Η μπάλα κύλησε και κατέβηκε την κατηφόρα.
slope n(incline)κλίση ουσ θηλ
Σχόλιο: πληθυντικός: κλιτύες
 The slope of this hill is steep.
slope n(skiing: piste)πλαγιά ουσ θηλ
  πίστα ουσ θηλ
 Janet strapped on her skis and set off down the slope.
 Η Τζάνετ έδεσε τα πέδιλα του σκι και ξεκίνησε να κατηφορίζει στην πίστα.
slope vi(incline, go up or down)έχω κλίση, παίρνω κλίση ρ έκφρ
 (προς τα πάνω)ανηφορίζω ρ αμ
 (προς τα κάτω)κατηφορίζω ρ αμ
 The land sloped gently away from the house.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο δρόμος παίρνει ξαφνικά απότομη κλίση, οπότε να οδηγείς προσεκτικά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slope n(maths: graph line inclination)κλίση ουσ θηλ
 The graph shows a steep slope.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
slope off vi phrasalUK, informal (sneak away, leave furtively) (καθομιλουμένη)το σκάω έκφρ
  την κοπανάω έκφρ
 (μεταφορικά)ξεγλιστράω ρ αμ
 (αργκό)την κάνω έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
sloping | slope
ΑγγλικάΕλληνικά
sloping roof n(slanted top of building)επικλινής στέγη έκφρ
 Many residential homes have sloping roofs whereas many commercial buildings have flat roofs.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sloping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sloping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sloping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!