slump

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈslʌmp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/slʌmp/ ,USA pronunciation: respelling(slump)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slump vi(sit in ungainly way)καμπουριάζω ρ αμ
 Stop slumping! Sit up straight.
 Σταμάτα να καμπουριάζεις! Κάτσε ίσια.
slump on [sth] vi + prep(sit in ungainly way) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)χύνομαι ρ αμ
 (αργκό: σε κτ)την πέφτω έκφρ
 My boyfriend likes to slump on the sofa watching TV all evening.
 Στον φίλο μου αρέσει να χύνεται στον καναπέ και να βλέπει τηλεόραση όλο το βράδυ.
slump onto [sth],
slump into [sth]
vi + prep
(flop down)πέφτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 (αργκό)την πέφτω σε κτ έκφρ
 She slumped into the armchair and sighed heavily.
 Έπεσε στην πολυθρόνα και αναστέναξε βαριά.
slump vi(shoulders, etc.: lean forward)κρεμάω ρ αμ
  κυρτώνομαι ρ αμ
 Tara's shoulders slumped as she fell asleep in her armchair.
slump vifigurative (price, value: decrease) (μεταφορικά)κάνω βουτιά έκφρ
  πέφτω ρ αμ
  σημειώνω πτώση έκφρ
 (μτφ: απότομα)καταρρέω ρ αμ
 Share prices in the company slumped when they announced a fall in profits.
 Οι τιμές των μετοχών της εταιρείας έπεσαν όταν ανακοίνωσαν μια πτώση στα κέρδη.
slump nfigurative (price, value: decrease) (μεταφορικά)βουτιά ουσ θηλ
  πτώση ουσ θηλ
 There has been a recent slump in house prices.
 Παρατηρήθηκε βουτιά στις τιμές των σπιτιών.
slump nfigurative (economy: low productivity) (μεταφορικά)κοιλιά ουσ θηλ
 There was a slump in the building trade after the financial crash.
 Ο κατασκευαστικός τομέας έκανε κοιλιά μετά την κατάρρευση της οικονομίας.
slump nfigurative ([sb]: unproductive period) (μεταφορικά)κοιλιά ουσ θηλ
 Rachel has experienced a slump in her workload since her main client went bankrupt.
 Η Ρέητσελ παρατήρησε κοιλιά στον φόρτο εργασίας της από τότε που ο βασικός της πελάτης πτώχευσε.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
slump n(geology: landslide)καθίζηση ουσ θηλ
 The cliff face experienced a slump after the heavy rains last night.
 Η πλαγιά του λόφου υπέστη μια καθίζηση μετά από τις βαριές βροχές χτες βράδυ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
slump down vi phrasal([sb]: collapse)σωριάζομαι ρ αμ
 (μεταφορικά)καταρρέω ρ αμ
 He slumped down wearily on the sofa.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in a slump exprfigurative ([sb]: not achieving)που δεν τα πάει καλά περίφρ
in a slump exprfigurative (economy: unproductive)σε ύφεση περίφρ
slump in prices n(economic decline) (οικονομικά)ύφεση, πτώση τιμών, κρίση ουσ θηλ
summer slump nfigurative (decreased activity in summertime) (λόγιος)θερινή ραστώνη επίθ + ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: a [market, property, share] slump, a slump in [values, profits, results, performances], a [dramatic, significant, terrible] slump, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση slump στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «slump».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!