|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | spine n | (anatomy: backbone) | σπονδυλική στήλη φρ ως ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη) | ραχοκοκαλιά ουσ θηλ | | | The doctor ran tests to make sure the motorcyclist hadn't damaged her spine in the accident. | | | Ο γιατρός έκανε εξετάσεις για να βεβαιωθεί πως η οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν είχε τραυματίσει την σπονδυλική της στήλη στο ατύχημα. | | spine n | figurative (mental strength) | πυγμή ουσ θηλ | | | | σθένος ουσ ουδ | | | (μεταφορικά) | κότσια ουσ ουδ πλ | | | (μτφ, ανεπ, χυδαίο) | αρχίδια ουσ ουδ πλ | | | When Jeremy said he couldn't do it, Linda suggested he should grow a spine. | | | Όταν ο Τζέρεμυ είπε πως δε μπορούσε να το κάνει, η Λίντα του συνέστησε να βρει τα κότσια. | | spine n | (book: bound edge) | πλάτη, ράχη ουσ θηλ | | | The books were lined up on the shelf with their spines facing outward. | | | Τα βιβλία ήταν τοποθετημένα σε σειρά πάνω στο ράφι με τις ράχες τους να βλέπουν προς τα έξω. | | spine n | (plant: spiky growth) | αγκάθι ουσ ουδ | | | The spines on the courgette plant scratched Nancy's arms. | | | Τα αγκάθια της κολοκυθιάς έγδαραν τα χέρια της Νάνσυ. | | spine n | (animal: pointed quill) | αγκάθι ουσ ουδ | | | The hedgehog curled up with its spines erect. | | | Ο σκαντζόχοιρος κουλουριάστηκε με τα αγκάθια του σηκωμένα. |
Ο όρος 'spine' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|