| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
stamp [sth] out, stamp out [sth] vtr phrasal sep | figurative (eradicate, banish) (καθομιλουμένη) | εξαλείφω, καταπνίγω, ξεριζώνω ρ μ |
| | The priests of the Spanish Inquisition hoped to stamp out any heresy. |
| | Οι ιερείς της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης ήλπιζαν να εξαλείψουν κάθε αίρεση. |
| stamp out of [sth] v expr | (walk out angrily) | φεύγω/απομακρύνομαι θυμωμένα έκφρ |
| | She was so angry with her husband after their argument that she stamped out of the house. |
| | Ήταν τόσο νευριασμένη με τον σύζυγό της μετά τον καυγά τους που έφυγε θυμωμένα από το σπίτι. |