| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| stall n | (sales, fair: stand, booth) | πάγκος ουσ αρσ |
| | (σε έκθεση) | περίπτερο ουσ ουδ |
| | There is a stall at the market selling French cheese. |
| | Στην αγορά έχει έναν πάγκο που πουλάει γαλλικό τυρί. |
| stall n | (horse, cow: stable) | στάβλος ουσ αρσ |
| | The groom led the horse into its stall. |
| | Ο ιπποκόμος οδήγησε το άλογο στον στάβλο. |
| stall n | (bathroom cubicle) | τουαλέτα ουσ θηλ |
| | (γενικά: π.χ. για ντους) | καμπίνα ουσ θηλ |
| | Before making her private phone call, Rachel went into the ladies' restroom and checked to see there was no one in any of the stalls. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν και υπήρχαν τρεις τουαλέτες, πάλι είχε ουρά. |
| the stalls npl | UK (theater: lowest seats) | πλατεία ουσ θηλ |
| | I've got us seats in the stalls for the play on Saturday. |
| | Μας πήρα θέσεις στην πλατεία για την παράσταση το Σάββατο. |
| stall⇒ vi | (car, engine: stop) (η μηχανή) | σβήνω ρ αμ |
| | The learner driver let the clutch out too quickly and the car stalled. |
| | Ο μαθητευόμενος οδηγός άφησε τον συμπλέκτη πολύ γρήγορα και η μηχανή του αυτοκινήτου έσβησε. |
| stall [sth]⇒ vtr | (car, engine: cause to stop) (το αμάξι, η μηχανή) | μου σβήνει έκφρ |
| | The learner driver in front of us stalled his car twice as he tried to pull away from the junction. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ως νέος οδηγός, πάντα αγχώνομαι μη μου σβήσει το αμάξι στη μέση του δρόμου. |
| stall [sth/sb]⇒ vtr | (block, impede) | εμποδίζω, παρεμποδίζω ρ μ |
| | (επίσημο, λόγιος) | κωλύω, παρακωλύω ρ μ |
| | The minister was accused of trying to stall the peace talks. |
| stall⇒ vi | (be evasive, delay [sth]) (συνήθως επίτηδες) | το καθυστερώ έκφρ |
| | | καθυστερώ ρ αμ |
| | | χρονοτριβώ ρ αμ |
| | (επίσημο) | κωλυσιεργώ ρ αμ |
| | James says he can't send the report now because his internet's down, but I think he's stalling because he hasn't finished it yet. |
| | Ο Τζέιμς λέει ότι δεν μπορεί να στείλει την έκθεση τώρα, επειδή του έχει κοπεί το ίντερνετ. Εγώ πιστεύω, όμως, ότι το καθυστερεί (or: χρονοτριβεί) γιατί δεν την έχει τελειώσει ακόμα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| stall n | (aircraft: loss of lift) | απώλεια στήριξης φρ ως ουσ θηλ |
| | (ζαργκόν) | στολάρισμα ουσ ουδ |
| | | απώλεια δυναμικής άνωσης, απώλεια άντωσης φρ ως ουσ θηλ |
| | The plane suffered a stall and started descending rapidly. |
| stall⇒ vi | (aircraft: lose lift) | υφίσταμαι απώλεια στήριξης περίφρ |
| | (ζαργκόν) | στολάρω ρ αμ |
| | If the airspeed falls too low, the aircraft will stall. |
| stall vi | figurative (progress: stop, be slowed) | καθυστερώ ρ αμ |
| | | μένω πίσω έκφρ |
| | Progress has stalled on the construction project since the cut to the budget was announced. |
| stall [sth]⇒ vtr | (cause aircraft to lose lift) | προκαλώ απώλεια στήριξης έκφρ |
| | (ζαργκόν) | προκαλώ στολάρισμα ρ μ + ουσ ουδ |
| | | κάνω κτ να στολάρει έκφρ |
| | The pilot stalled his plane and had to make an emergency landing. |