|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | threat n | (menace, intent to hurt) | απειλή ουσ θηλ | | | (επίσημο) | εκφοβισμός ουσ αρσ | | | (καθομιλουμένη) | φοβέρα ουσ θηλ | | | The thief's threat was enough to get everyone to cooperate. | | | Η απειλή του κλέφτη ήταν αρκετή να τους κάνει όλους να συνεργαστούν. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η αστυνομία αναγκάστηκε να υποκύψει στους εκφοβισμούς των απαγωγέων. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν περνούν σ' εμένα οι φοβέρες του! | | threats npl | (intimidation) | απειλή ουσ θηλ | | | Sick of her husband's threats, Anna finally left him. | | threat n | (risk) | κίνδυνος ουσ αρσ | | | The threat of bad weather kept him home that night. | | | Ο κίνδυνος κακοκαιρίας τον κράτησε σπίτι εκείνο το βράδυ. | | a threat to [sth/sb] n | (dangerous person) | απειλή ουσ θηλ | | | The criminal was considered a threat to society. |
Ο όρος 'threat' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|