thrill

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈθrɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/θrɪl/ ,USA pronunciation: respelling(thril)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thrill n(excitement)έξαψη ουσ θηλ
  ενθουσιασμός ουσ αρσ
 Alice experienced a thrill as the car went faster.
 Η Αλίκη ένιωσε έξαψη όταν το αυτοκίνητο πήγε γρηγορότερα.
thrill n([sth] exciting)συναρπαστικός επίθ
  που προκαλεί έξαψη περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχο ουσιαστικό.
 The rollercoaster ride was a thrill.
thrill [sb] vtr(excite) (σε κάποιον)προκαλώ έξαψη περίφρ
  συναρπάζω, συνεπαίρνω ρ μ
  ενθουσιάζω ρ μ
 The feeling of the wind rushing by as his horse galloped beneath him thrilled Liam.
 Η αίσθηση του αέρα που σφύριζε δίπλα του, ενώ το άλογό του κάλπαζε, ενθουσίασε τον Λίαμ.
thrill vi(feel excitement)ενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι ρ αμ
 The audience thrilled as the illusionist disappeared in a puff of smoke.
thrill to [sth],
thrill at [sth]
vi + prep
(be excited by)ενθουσιάζομαι με κτ, εκστασιάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 The velodrome was filled with spectators thrilling to the speed of the cyclists.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
thrill seeker,
thrill-seeker
n
([sb] who enjoys dangerous pursuits)λάτρης της περιπέτειας φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  περιπετειώδης επίθ
 Billy's a thrill seeker – his favourite sport is skydiving.
thrill-seeking n(desire for excitement, danger)αναζήτηση της έξαψης φρ ως ουσ θηλ
  λαχτάρα για έξαψη φρ ως ουσ θηλ
  πάθος για έξαψη φρ ως ουσ ουδ
  ανάγκη για έξαψη φρ ως ουσ θηλ
thrill-seeking adj(wanting excitement, danger)λάτρης της αδρεναλίνης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  που αναζητά τον ενθουσιασμό περίφρ
  που αναζητά την έξαψη περίφρ
 (μεταφορικά)εραστής της έξαψης φρ ως ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'thrill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a thrill of [excitement, happiness, nervousness], felt a thrill [rushing, running] through her, gave me a thrill to [see, go, try, meet], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση thrill στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «thrill».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!