|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | thrill n | (excitement) | έξαψη ουσ θηλ | | | | ενθουσιασμός ουσ αρσ | | | Alice experienced a thrill as the car went faster. | | | Η Αλίκη ένιωσε έξαψη όταν το αυτοκίνητο πήγε γρηγορότερα. | | thrill n | ([sth] exciting) | συναρπαστικός επίθ | | | | που προκαλεί έξαψη περίφρ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχο ουσιαστικό. | | | The rollercoaster ride was a thrill. | | thrill [sb]⇒ vtr | (excite) (σε κάποιον) | προκαλώ έξαψη περίφρ | | | | συναρπάζω, συνεπαίρνω ρ μ | | | | ενθουσιάζω ρ μ | | | The feeling of the wind rushing by as his horse galloped beneath him thrilled Liam. | | | Η αίσθηση του αέρα που σφύριζε δίπλα του, ενώ το άλογό του κάλπαζε, ενθουσίασε τον Λίαμ. | | thrill⇒ vi | (feel excitement) | ενθουσιάζομαι, εκστασιάζομαι ρ αμ | | | The audience thrilled as the illusionist disappeared in a puff of smoke. | thrill to [sth], thrill at [sth] vi + prep | (be excited by) | ενθουσιάζομαι με κτ, εκστασιάζομαι με κτ ρ αμ + πρόθ | | | The velodrome was filled with spectators thrilling to the speed of the cyclists. |
Ο όρος 'thrill' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|