thyroid

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈθaɪrɔɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈθaɪrɔɪd/ ,USA pronunciation: respelling(thīroid)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
thyroid n(hormonal gland)θυρεοειδής επίθ ως ουσ αρσ
  θυρεοειδής αδένας φρ ως ουσ αρσ
 The doctor tested Frannie's thyroid to see if it was functioning normally.
thyroid adj(of the thyroid)θυρεοειδικός επίθ
  του θυρεοειδούς περίφρ
 Karen has an appointment with a specialist to discuss thyroid surgery.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
thyroid gland n(bodily organ that controls growth)θυροειδής αδένας επίθ + ουσ αρσ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'thyroid' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση thyroid στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «thyroid».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!