trekking

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtrekɪŋ/

From the verb trek: (⇒ conjugate)
trekking is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: trekking, trek

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trekking n(walking long distances)πεζοπορία ουσ θηλ
 Trekking can be quite arduous.
 Η πεζοπορία μπορεί να είναι αρκετά κουραστική.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trek n(long journey)ταξίδι ουσ ουδ
 (με εμπόδια, δυσκολίες)περιπέτεια ουσ θηλ
 Edward's trek took him across the whole of Europe.
 Το ταξίδι του Έντουαρτ τον πήγε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
trek vi(long journey)ταξιδεύω ρ αμ
Σχόλιο: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιοδήποτε κατάλληλο ρήμα που δηλώνει κίνηση, πχ πάω με τα πόδια, προχωράω με τα πόδια κλπ.
 The party trekked across the desert.
 Η ομάδα ταξίδεψε στην έρημο.
trek vi(on foot)περπατάω, περπατώ ρ αμ
  πάω με τα πόδια περίφρ
  προχωράω πεζός περίφρ
 The horses had fled in the night, so the group would have to trek from here.
 Τα άλογα το έσκασαν μέσα στη νύχτα και έτσι η ομάδα θα έπρεπε να προχωρήσει πεζή από εδώ.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trek nslang (place far away) (μεγάλη απόσταση)ολόκληρο ταξίδι φρ ως ουσ ουδ
 You're going to Edinburgh tomorrow? That's quite a trek from here.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
trekking | trek
ΑγγλικάΕλληνικά
trekking pole n(walking stick used by hikers)μπατόν ουσ ουδ άκλ
  μπαστούνι πεζοπορίας φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trekking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [mountain, valley, forest] trekking, [like, enjoy, go] trekking, (go) trekking in the [hills, valleys, mountains, countryside], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trekking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trekking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!