• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
turnoff,
turn-off
n
(side road off main road)έξοδος ουσ θηλ
 (για αποφυγή εμποδίου)παράκαμψη ουσ θηλ
 Take the next turnoff to get to the supermarket.
turnoff,
turn-off
n
informal ([sth] unappealing, repellent) (καθομιλουμένη)ξενέρωμα ουσ ουδ
 (αργκό)αντικούκου ουσ ουδ άκλ
 The bar's atmosphere was a bit of a turnoff for me.
turnoff,
turn-off
n
informal ([sth] sexually unappealing)κτ που με χαλάει περίφρ
  κτ που με ξενερώνει περίφρ
 Beards are a turnoff for many women.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'turn-off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση turn-off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «turn-off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!