| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| understatement n | (not stating full case) | υποβάθμιση ουσ θηλ |
| | | ωραιοποίηση ουσ θηλ |
| | | ευφημισμός ουσ αρσ |
| | (για πρόβλεψη) | υποεκτίμηση ουσ θηλ |
| | Saying Bruce is not too clever is something of an understatement. |
| | Members of the opposition accused the minister of deliberate understatement of the problem. |
| | Τα μέλη της αντιπολίτευσης κατηγόρησαν τον υπουργό για σκόπιμη υποβάθμιση του προβλήματος. |
| | Το να πεις ότι ο Μπρους δεν είναι και πολύ έξυπνος πρόκειται για ευφημισμό. |
| understatement n | figurative (subtlety) | απεριττότητα, λιτότητα ουσ θηλ |
| | This season's fashion is all about understatement: simple clothes and the barest of accessories. |
| | Η μόδα αυτής της σεζόν έχει να κάνει με τη λιτότητα: απλά ρούχα και τα πιο απέριττα αξεσουάρ. |
Ο όρος 'understatement' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή: