weaver

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwiːvər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(wēvər)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weaver n(person who weaves) (αυτός που υφαίνει)υφαντής ουσ αρσ
  υφάντρα ουσ θηλ
 We saw weavers at their looms making elaborate carpets.
weaver,
weaver bird
n
(bird) (πουλί, επίσημο)πλοκεύς ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη)φιλιππίνος ουσ αρσ
 Weavers make their nests in groups and live communally.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'weaver' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weaver στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weaver».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!