whirl

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciationshwɜːrl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/hwɝl, wɝl/ ,USA pronunciation: respelling(hwûrl, wûrl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whirl vi(spin, rotate)περιστρέφομαι ρ αμ
  γυρνάω, γυρνώ ρ αμ
  στροβιλίζομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)στριφογυρίζω, στριφογυρνάω ρ αμ
 The wheels of the bicycle whirled faster and faster as Dan sped down the hill.
 Οι ρόδες του ποδηλάτου γυρνούσαν ολοένα και πιο γρήγορα καθώς ο Νταν κατέβαινε με ταχύτητα τον λόφο.
whirl nfigurative (confused mental state)σύγχυση ουσ θηλ
 (έχω, νιώθω)μπέρδεμα, σάστισμα ουσ ουδ
 (μεταφορικά)χάος ουσ ουδ
 (ανεπίσημο, μεταφορικά)νιανιά ουσ ουδ πλ
 The whirl of my thoughts kept me awake until the small hours of the morning.
 Η σύγχυση που μου προκαλούσαν οι σκέψεις μου με κράτησε ξύπνια μέχρι τα ξημερώματα.
a whirl nfigurative (quick succession)που περνάει γρήγορα περίφρ
  που δεν κατάλαβα πότε έγινε περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 With meeting after meeting every day, the trip to New York was a whirl.
 Το ταξίδι στη Νέα Υόρκη είχε τη μία συνάντηση μετά την άλλη και ούτε που κατάλαβα πότε πέρασε.
a whirl of [sth] nfigurative (busy scene) (μεταφορικά)χάος ουσ ουδ
  χαμός, πανικός ουσ αρσ
 (ανεπίσημο)αναμπουμπούλα ουσ θηλ
 The factory floor was a whirl of activity.
 Στο εργοστάσιο γινόταν χαμός (or: πανικός) από την έντονη δραστηριότητα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
whirl n(circle on water surface)δίνη ουσ θηλ
  στρόβιλος ουσ αρσ
 (ανεπίσημο)ρουφήχτρα ουσ θηλ
 The boy threw a stone into the pond to see the whirls on the surface of the water.
whirl [sth] vtr(spin, rotate)στριφογυρίζω ρ μ
 The man was whirling his hat nervously in his hands.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sth] a whirl v exprinformal, figurative (try [sth] new)δοκιμάζω ρ μ
  κάνω μια δοκιμή έκφρ
 Judith had never been surfing before, but she thought she'd give it a whirl.
go for a whirl v exprinformal, figurative (short car ride)μη διαθέσιμη μετάφραση
whirl around vi + adv(turn around, spin)γυρίζω από την άλλη περίφρ
 Ben whirled around to face his adversary.
whirl [sth/sb] around vtr + adv(move in a circle)στριφογυρίζω ρ μ
 (μόνο για αντικείμενο)κάνω κύκλους με κτ περίφρ
 The knight whirled his sword around his head.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'whirl' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a whirl of [jam, cream], a [hazelnut, chocolate] whirl, a whirl of whipped cream (on top), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση whirl στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «whirl».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!