worry

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈwʌri/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈwɜri, ˈwʌr-/ ,USA pronunciation: respelling(wûrē, wurē)

Inflections of 'worry' (n): npl: worries
Inflections of 'worry' (v): (⇒ conjugate)
worries
v 3rd person singular
worrying
v pres p
worried
v past
worried
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worry vi(feel uneasy)ανησυχώ ρ αμ
 I know he is eighteen, but I still worry when he goes out alone.
 We are safe, so please don't worry.
 Ξέρω ότι είναι δεκαοχτώ, αλλά ακόμα ανησυχώ όταν βγαίνει μόνος του. // Είμαστε ασφαλής, μην ανησυχείς σε παρακαλώ.
worry about [sth/sb] vi + prep(be concerned or anxious about)ανησυχώ για κτ/κπ ρ μ + πρόθ
 We're worried about your performance.
 I am worrying about increased unemployment in the country.
 Ανησυχούμε για την απόδοση σου. // Ανησυχώ για την αύξηση της ανεργίας στη χώρα.
worry [sb] vtr(trouble, bother)ανησυχώ ρ μ
 I don't want to worry you, but he is failing the class.
 Δεν θέλω να σε ανησυχήσω, αλλά δεν θα περάσει το μάθημα.
worry nuncountable (anxiety)άγχος ουσ ουδ
 Too much worry will cause stomach problems.
 Το υπερβολικό άγχος προκαλεί στομαχικά προβλήματα.
worry n(concern, preoccupation)έννοια, έγνοια ουσ θηλ
 That is not my worry.
 I have a lot of worries.
 Αυτό δεν είναι δικιά μου έννοια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
worry at [sth] vi + prep(fiddle with [sth])παίζω με κτ ρ αμ + πρόθ
 Jemma's hands worried at the beads of her necklace.
worry [sb],
worry [sb] with [sth]
vtr
UK (harass) (κάποιον με κάτι)ενοχλώ ρ μ
 (πιο σοβαρό)παρενοχλώ ρ μ
 (καθομιλουμένη: κπ με κτ)πρήζω ρ μ
 I have told him to leave me alone, but he is still worrying me with phone calls.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
don't worry interjinformal (reassurance)μην ανησυχείς επιφ
 Don't worry, I am here right behind you.
 Μην ανησυχείς, είμαι εδώ, ακριβώς πίσω σου.
be sick with [sth] v expr(feel extreme: worry, anxiety, fear) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)με τρώει έκφρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρελαίνομαι από κτ ρ αμ + προθ
 (αργκό)φρικάρω από κτ ρ αμ + προθ
 The boy's mother was sick with worry when he didn't come home.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και τη μητέρα του την είχε φάει η αγωνία.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και η μητέρα του είχε τρελαθεί από αγωνία.
 Το αγόρι δεν γύρισε σπίτι και η μητέρα του είχε φρικάρει από την αγωνία.
worry yourself sick v exprfigurative (be anxious) (μεταφορικά)πεθαίνω από την αγωνία έκφρ
  αγωνιώ ρ αμ
 When I didn't hear from him for a month, I worried myself sick instead of calling him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'worry' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [major, minor, big, huge] worry, worry about [you, the future, your children], worry [beads, dolls], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση worry στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «worry».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!