• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: wrecking, wreck

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wrecking n(demolition of old buildings)κατεδάφιση ουσ θηλ
 The wrecking of disused buildings is erasing our city's history.
wrecking n(breaking down old cars, ships)καταστροφή ουσ θηλ
 Wrecking has to follow strict laws in order for ships' parts to be successfully recycled.
wrecking n(business, profession of wrecking)υπηρεσίες κατεδάφισης περίφρ
wrecking adj(used for wrecking)για κατεδάφιση περίφρ
 (σε γενική)κατεδάφισης ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
wreck n(remains of ship)ναυάγιο ουσ ουδ
 There are a lot of wrecks in the waters around this coast.
 Υπάρχουν πολλά ναυάγια στα νερά γύρω από αυτή την ακτή.
wreck n(ship: action of being wrecked)ναυάγιο ουσ ουδ
 The wreck occurred in dreadful weather conditions.
wreck,
wreckage
n
([sth] ruined) (συχνά πληθυντικός)συντρίμμι ουσ ουδ
 (για κτίριο)ερείπιο ουσ ουδ
 After the fire, Mary gazed at the wreck of her home; she had lost everything.
 Μετά τη φωτιά η Σάρα κοίταζε τα ερείπια του σπιτιού της. Είχε χάσει τα πάντα.
wreck nUS (car crash)τροχαίο, ατύχημα, δυστύχημα ουσ ουδ
  αυτοκινητιστικό επίθ ως ουσ
 (καθομιλουμένη)τρακάρισμα ουσ ουδ
 (αργκό)τράκα ουσ θηλ
 A wreck on Larry's route to work caused delays and made him late.
 Ένα τροχαίο στον δρόμο του Λάρι για την δουλειά προκάλεσε καθυστερήσεις και τον έκανε να αργήσει.
wreck,
old wreck
n
(old car)σαράβαλο ουσ ουδ
  σακαράκα ουσ θηλ
 You're not driving that old wreck, are you? Why don't you get a new car?
 Δεν θα οδηγήσεις αυτό το σαράβαλο, ε; Γιατί δεν παίρνεις ένα καινούριο αυτοκίνητο;
wreck n([sb] devastated, exhausted) (μεταφορικά)ερείπιο, ράκος ουσ ουδ
 (αργκό, μεταφορικά)κομμάτια ουσ ουδ πλ
 Zoe was a wreck after working fourteen-hour days for six months.
 Αφού δούλευε δέκα τέσσερις ώρες την ημέρα επί έξι μήνες η Ζωή ήταν ράκος.
wreck [sth] vtr(destroy: car, bike) (καθομιλουμένη)σαραβαλιάζω ρ μ
  καταστρέφω, διαλύω ρ μ
 Harry wrecked his car when he drove it into a tree.
 Ο Χάρι σαραβάλιασε το αυτοκίνητό του όταν έπεσε πάνω σε ένα δέντρο.
wreck [sth] vtr(ruin) (μεταφορικά)καταστρέφω, διαλύω ρ μ
 The rain wrecked Melanie's plans to go on a picnic.
 Η βροχή κατέστρεψε τα σχέδια της Μέλανι να πάει για πικ νικ.
wreck [sth] vtr(reputation: destroy)καταστρέφω ρ μ
 The scandal wrecked the politician's reputation; he never worked again.
 Το σκάνδαλο κατέστρεψε τη φήμη του πολιτικού· δεν εργάστηκε ποτέ ξανά.
wreck [sth] vtr(ship: destroy)καταστρέφω, διαλύω ρ μ
 The storm wrecked the ship.
 Η καταιγίδα διέλυσε το πλοίο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
wrecking | wreck
ΑγγλικάΕλληνικά
wrecking ball n(demolition tool)μπάλα κατεδάφισης, σφαίρα κατεδάφισης φρ ως ουσ θηλ
 The wrecking ball hit the wall in a cloud of brick dust.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'wrecking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση wrecking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «wrecking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!