aged

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈeɪdʒd/, /ˈeɪdʒɪd/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈeɪdʒɪd for 1; eɪdʒd for 2,3/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respellingjid for 1, 2, 5, 6; ājd for 1, 3, 4)


From the verb age: (⇒ conjugate)
aged is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: aged, age

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
aged adj(cheese: matured)παλαιωμένος μτχ πρκ
 Aged cheddar is more expensive than the ordinary kind.
 Το παλαιωμένο τσένταρ είναι ακριβότερο από το συνηθισμένο είδος.
aged adj(whisky: matured)πεπαλαιωμένος μτχ πρκ
 I enjoy the richer flavour of an aged whisky.
aged adj(person: old)ηλικιωμένος μτχ πρκ
 Her aged aunt left her a fortune in jewellery.
 Η ηλικιωμένη θεία της τής άφησε μια περιουσία από κοσμήματα.
the aged npl(elderly people)οι ηλικιωμένοι φρ ως ουσ αρσ πλ
 She hates being referred to as 'one of the aged'.
 Μισεί να την αναφέρουν ως «μια από τους ηλικιωμένους».
aged adj(of a given age) (σε γενική)ηλικίας ουσ θηλ
 The class is open to children aged 5 or older.
aged from [sth] to [sth],
aged between [sth] and [sth]
adj + prep
(in a given age range)ηλικίας από... μέχρι περίφρ
  ηλικίες από... μέχρι περίφρ
  μεταξύ κτ και κτ περίφρ
 This program is designed for young people aged from 18 to 25.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
age n(years lived)ηλικία ουσ θηλ
 At the age of six, David started kindergarten.
 My son is three now and I'm finding it a difficult age.
 Στην ηλικία των έξι ετών, ο Ντέιβιντ πήγε στο νηπιαγωγείο.
age n(era)εποχή ουσ θηλ
 The age of the dinosaurs ended millions of years ago.
 In this multimedia age, you have to check the sources of your information carefully.
 Η εποχή των δεινοσαύρων τελείωσε πριν από εκατομμύρια χρόνια. // Στην εποχή των πολυμέσων που ζούμε πρέπει να ελέγχουμε πολύ προσεκτικά την πηγή των πληροφοριών μας.
age n(old age)ηλικία ουσ θηλ
  προχωρημένη ηλικία επίθ + ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)γερατειά, γηρατειά, γεράματα ουσ ουδ πλ
 Age does not seem to have impaired his memory.
 Φαίνεται ότι τα γηρατειά δεν έχουν εξασθενίσει τη μνήμη του.
age,
ages
n
figurative (long time) (μεταφορικά)χρόνια ουσ ουδ πλ
 (μεταφορικά, εμφατικός τύπος)αιώνας ουσ αρσ
 It's been an age since I last saw him.
 Πέρασαν χρόνια από τότε που τον είδα για τελευταία φορά.
 Πέρασε ένας αιώνας από τότε που τον είδα για τελευταία φορά.
age vi(grow older) (γίνομαι ηλικιωμένος)γερνάω ρ αμ
 (αυξάνω σε ηλικία)μεγαλώνω ρ αμ
 As people age, they develop wrinkles.
 Όσο γερνούν οι άνθρωποι, κάνουν ρυτίδες.
 Όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι, κάνουν ρυτίδες.
age vi(food, wine: mature)ωριμάζω ρ αμ
 Louis leaves his cheese out on the counter to age.
 Ο Λούις αφήνει το τυρί του να ωριμάσει έξω στον πάγκο.
age [sb] vtr(make older-looking)γερνάω ρ μ
  κάνω κπ να γεράσει έκφρ
 Smoking ages you by dehydrating your skin.
age [sth] vtr(wine, whiskey: mature)ωριμάζω ρ μ
 The distillery ages its whiskey in oak casks.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
age suffix(to form abstract nouns) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
 For example: bondage, seepage
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
aged | age
ΑγγλικάΕλληνικά
middle-aged adj(in mature adulthood)μεσήλικας ουσ ως επίθ
  μέσης ηλικίας φρ ως επίθ
 The keenest internet shoppers are middle-aged men and women.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'aged' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση aged στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «aged».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!