| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| agency n | (company that represents) | πρακτορείο ουσ ουδ |
| | Pearl's agency recruits new models and actors. |
| | Το πρακτορείο του Περλ προσλαμβάνει νέα μοντέλα και ηθοποιούς. |
| agency n | (organization) | γραφείο ουσ ουδ |
| | | υπηρεσία ουσ θηλ |
| | | οργανισμός ουσ αρσ |
| | The employment agency downtown can help you find a good job. |
| | Το γραφείο εύρεσης εργασίας στο κέντρο μπορεί να σε βοηθήσει να βρεις μια καλή δουλειά. |
| agency n | uncountable (ability to act) | δυνατότητα να κάνω κάτι, δυνατότητα να δράσω περίφρ |
| | | δυνατότητα για αυτόβουλη δράση περίφρ |
| | (επίσημο: νομικός όρος) | ικανότητα αυτενέργειας φρ ως ουσ θηλ |
| | | αυτενέργεια ουσ θηλ |
| | The strict rules made Sarah feel as though she had no agency of her own. |
| | Οι αυστηροί κανόνες έκαναν τη Σάρα να αισθάνεται σα να μην είχε καμία αυτενέργεια δική της. |
| agency n | (action) | παρέμβαση, μεσολάβηση ουσ θηλ |
| | Jeremy found a job through the agency of friends. |
| | Ο Τζέρεμυ βρήκε δουλειά μέσω παρέμβασης φίλων του. |
| Σύνθετοι τύποι: |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| advertising agency n | (company: creates advertisements) | διαφημιστική εταιρία επίθ + ουσ θηλ |
| | | διαφημιστική επίθ ως ουσ θηλ |
| | | διαφημιστικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ |
| | The company employed an advertising agency to produce some television commercials. |
by the agency of [sb], through the agency of [sb] prep | (because of [sb]'s actions) | με τη βοήθεια κπ περίφρ |
| | | με τη μεσολάβηση κπ περίφρ |
| Central Intelligence Agency n | US (CIA: spy service) (υπηρεσία πληροφοριών) | CIA ουσ θηλ άκλ |
| CIA n | US, initialism (Central Intelligence Agency) (υπηρεσία στις ΗΠΑ) | CIA ουσ θηλ άκλ |
| | (κατά λέξη) | Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών φρ ως ουσ θηλ |
| collection agency n | (debt collection company) | εταιρεία συλλογής χρεών ουσ θηλ |
| | Delinquent accounts are turned over to a collection agency after 30 days. |
| dating agency n | (company: finds partners) | γραφείο γνωριμιών φρ ως ουσ ουδ |
| | (ενίοτε μειωτικό) | γραφείο συνοικεσίων φρ ως ουσ ουδ |
| | The dating agency specializes in finding foreign brides for their clients. |
| employment agency n | (company: finds jobs) | γραφείο ανεύρεσης εργασίας ουσ ουδ |
| Environmental Protection Agency n | (governmental agency) | Γραφείο Προστασίας του Περιβάλλοντος φρ ως ουσ ουδ |
| | | Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος φρ ως ουσ θηλ |
| EPA n | initialism (Environmental Protection Agency) (συντομογραφία) | EPA ουσ θηλ άκλ |
| | | Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ περίφρ |
| ESA n | initialism (European Space Agency) (σντμ: Eυρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος) | ΕΟΔ ουσ αρσ άκλ |
estate agency, US: real estate agency n | (business that sells property) | μεσιτικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη) | μεσιτικό επίθ ως ουδ |
| | It is generally recommended that the vendor of a house use an estate agency to avoid potential legal problems. |
| | Σε όσους θέλουν να πουλήσουν ένα σπίτι, συνιστάται γενικά να το κάνουν μέσω μεσιτικού γραφείου, προκειμένου να αποφύγουν προβλήματα με τον νόμο. |
| European Space Agency n | (space exploration organization) | Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος φρ ως ουσ αρσ |
| law enforcement agency n | (police, etc.) | αστυνομική αρχή επίθ + ουσ θηλ |
| | | αρχή επιβολής του νόμου περίφρ |
licensing agency (US), licencing agency (UK) n | (grants authorization) | υπηρεσία αδειοδότησης φρ ως ουσ θηλ |
| news agency n | (organization that collects reports) | ειδησεογραφικό πρακτορείο επίθ + ουσ ουδ |
| | | πρακτορείο ειδήσεων φρ ως ουσ ουδ |
| press agency n | (news-reporting organization) | πρακτορείο ειδήσεων ουσ ουδ |
| | Reuters is a well-known international press agency. |
| real estate agency n | (office for home buying and selling) | μεσιτικό γραφείο επίθ + ουσ ουδ |
| recruitment agency n | (company that places job candidates) | γραφείο ευρέσεως εργασίας φρ ως ουσ ουδ |
| | John went to a recruitment agency to find a new job. |
| ticket agency n | (business that sells tickets) | πρακτορείο εισιτηρίων ουσ ουδ |
| | Most concert venues sell through ticket agencies. |
| transit agency n | (public transport authority) | υπηρεσία συγκοινωνιών φρ ως ουσ θηλ |
| travel agency n | (company that arranges travel) | ταξιδιωτικό πρακτορείο, ταξιδιωτικό γραφείο φρ ως ουσ ουδ |
| | The travel agency can help you plan your itinerary. |
| | They went to the travel agency to buy a holiday. |
| | Το ταξιδιωτικό πρακτορείο μπορεί να σε βοηθήσει να σχεδιάσεις τη διαδρομή σου. // Πήγαν στο ταξιδιωτικό πρακτορείο για να κανονίσουν διακοπές. |
| work agency n | (recruitment consultant) | γραφείο εύρεσης εργασίας φρ ως ουσ ουδ |