bail

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbeɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/beɪl/ ,USA pronunciation: respelling(bāl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bail n(payment for [sb]'s release from jail) (χρήματα για αποφυλάκιση)εγγύηση ουσ θηλ
 Bryan was released from jail after his mom paid his bail.
 Ο Μπράιαν βγήκε από τη φυλακή αφού η μητέρα του πλήρωσε την εγγύησή του.
bail [sb] vtr(pay to release from jail) (από τη φυλακή)βγάζω κπ με εγγύηση περίφρ
 Richard bailed his brother when he was arrested for drunk driving.
 Ο Ρίτσαρντ έβγαλε τον αδελφό του από τη φυλακή όταν τον συνέλαβαν γιατί οδηγούσε μεθυσμένος.
bail [sth] vtr(remove: water from boat)αδειάζω ρ μ
  βγάζω ρ μ
 After the canoe hit a large rock and got a hole in the bottom, we had to bail water.
 Αφού το κανό χτύπησε σε μια μεγάλη πέτρα και έγινε μια τρύπα στο κάτω μέρος του, έπρεπε να βγάλουμε το νερό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bail n(system of releasing [sb] from jail)εγγύηση ουσ θηλ
 Hannah's brother was released on bail.
bail n(top of wicket)μη διαθέσιμη μετάφραση
 If the bail is knocked off the stumps, the batter is out.
bail n(stable or barn partition) (χώρος)αρμεκτήριο ουσ ουδ
 The horses in the stable were separated by bails.
bail n(milking device) (συσκευή)αρμεκτήριο ουσ ουδ
 The cows are placed in bails once a day for milking.
bail vifigurative, slang (leave) (αργκό, μτφ)την κάνω έκφρ
 (αργκό, προσβλητικό)την πουλεύω έκφρ
 This party is lame - I'm going to bail.
bail vi(remove water from boat)αδειάζω ρ μ
  βγάζω ρ μ
 The boat sprang a leak and I had to bail all the way back to shore.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
bail out,
also UK: bale out
vi phrasal
informal, figurative (abandon [sth])εγκαταλείπω, παρατώ ρ μ
 (καθομ, μεταφορικά: κάποιον)πουλάω ρ μ
 We were planning a party, but almost everybody bailed out.
 Σχεδιάζαμε ένα πάρτυ, αλλά οι περισσότεροι μας εγκατέλειψαν.
bail out,
also UK: bale out
vi phrasal
(jump from plane)εκτινάσσομαι ρ αμ
 The pilot bailed out just before his plane hit the trees.
 Ο πιλότος εκτινάχθηκε ακριβώς πριν το αεροπλάνο του χτυπήσει στα δέντρα.
bail [sth] out,
bail out [sth],
also UK: bale [sth] out,
bale out [sth]
vtr phrasal sep
informal, figurative (help with money)διασώζω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ξελασπώνω ρ μ
 The government bailed out many large banks during the recession.
 Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η κυβέρνηση διέσωσε πολλές μεγάλες τράπεζες.
bail [sb] out,
bail out [sb],
also UK: bale [sb] out,
bale out [sb]
vtr phrasal sep
(help with money)πληρώνω την εγγύηση κπ περίφρ
  εξαγοράζω την ποινή κπ περίφρ
 A relative bailed Ian out with a loan.
 Ένας συγγενής πλήρωσε την εγγύηση του Ίαν με δάνειο.
bail [sb] out,
bail out [sb],
also UK: bale [sb] out,
bale out [sb]
vtr phrasal sep
informal, figurative (rescue)σώζω, γλιτώνω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ξελασπώνω ρ μ
 You can't expect your big brother to bail you out whenever you have a problem.
 Δεν μπορείς να περιμένεις ότι κάθε φορά που έχεις πρόβλημα, θα σε σώζει ο μεγάλος σου αδερφός.
bail [sth] out,
bail out [sth],
also UK: bale [sth] out,
bale out [sth]
vtr phrasal sep
(boat: empty water)αδειάζω τα νερά από κτ, βγάζω τα νερά από κτ περίφρ
 The canoe is so full of water, it's about to sink; time to bail it out!
 Το κανό είναι γεμάτο με νερό και έτοιμο να βουλιάξει. Καιρός να αδειάσουμε τα νερά!
bail out of [sth],
UK: bale out of [sth]
vtr phrasal insep
informal, figurative (end involvement)αποχωρώ από κτ ρ αμ + πρόθ
  αποσύρομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 (καθόμ: δραστηριότητα)παρατάω κτ ρ μ
 Eric bailed out of the project when the firm didn't pay him.
bail out on [sb],
UK: bale out on [sb]
vi phrasal + prep
informal, figurative (abandon: [sb])εγκαταλείπω, παρατάω ρ μ
 (μεταφορικά)αφήνω κπ στα κρύα του λουτρού έκφρ
 James bailed out on Chris and left him to do all the work on his own.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bail bond (law)εγγύηση ουσ θηλ
bail jumper n(court system)φυγόδικος, φυγόδικη ουσ αρσ, ουσ θηλ
jump bail vtr + ninformal (fail to appear for trial)δεν εμφανίζομαι στη δική, αφού απελευθερώθηκα με εγγύηση
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. Πιο γενικά μπορεί να αποδοθεί ως «δεν συμμορφώνομαι με τους όρους αποφυλάκισης».
on bail adv(freed from prison before trial)έξω με εγγύηση επίρ
 He's out on bail until his trial begins.
 Είναι έξω με εγγύηση μέχρι να ξεκινήσει η δίκη του.
on bail adj(freed from prison prior to trial)που έχει βγει με εγγύηση περίφρ
 The three prisoners on bail were fitted with electronic tags.
post bail for [sb] v expr(pay for [sb]'s release from prison)πληρώνω εγγύηση για κπ περίφρ
 (επίσημο)καταβάλλω εγγύηση για κπ περίφρ
 The thief sits in jail because no one would post bail for him.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bail' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [deny, grant, revoke, refuse] bail, bail was [denied] (for), am [denying] bail (for), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bail στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bail».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!