brittle

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbrɪtəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbrɪtəl/ ,USA pronunciation: respelling(britl)

Inflections of 'brittle' (v): (⇒ conjugate)
brittles
v 3rd person singular
brittling
v pres p
brittled
v past
brittled
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brittle adj(hard but breaks easily)εύθραυστος επίθ
  εύθρυπτος επίθ
 (επίσημο)ψαθυρός επίθ
 The doctor said that Alan had brittle bones.
 Ο γιατρός είπε πως ο Άλαν είχε εύθραυστα οστά.
brittle adjfigurative (fragile, insecure) (μεταφορικά)εύθραυστος επίθ
 Betty had a brittle grip on reality.
 The man's insults damaged Stuart's brittle pride.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η εύθραυστη αυτοπεποίθησή μου είναι συνέπεια των συνεχών επικρίσεων της μητέρας μου για το σώμα μου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
brittle adjfigurative (voice: sharp, nervous) (μεταφορικά: φωνή)που σπάει περίφρ
 (μεταφορικά: φωνή)σπασμένος μτχ πρκ
 The teacher's brittle voice interrupted Ben's daydream.
brittle adjfigurative (superficially confident, but nervous)αγχωμένος επίθ
  αβέβαιος επίθ
  που δείχνει αβεβαιότητα, που δείχνει ανασφάλεια περίφρ
  προσποιητά σίγουρος φρ ως επίθ
 Her palms sweating, Lucy gave her interviewer a brittle smile.
brittle n(candy with nuts)γλύκισμα με καραμελωμένους ξηρούς καρπούς
 (ελληνική παραλλαγή)παστέλι ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Mrs. Hendricks gave our family some brittle at Christmas.
brittle vi(become brittle)γίνομαι εύθραυστος περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The boiled sugar brittles as it cools.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
brittle bone disease n(bone disorder) (πάθηση)ατελής οστεογένεση επίθ + ουσ θηλ
brittle diabetes n(uncontrolled insulin disorder)ασταθής διαβήτης επίθ + ουσ αρσ
brittle star n(type of starfish)είδος αστερία
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
peanut brittle n(hard toffee)καραμέλα με φυστίκια ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 I love peanut brittle, my teeth, however suffer from eating it.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'brittle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: brittle [material, metal, plastic], a brittle [structure, mold, nature], brittle [chocolate, cereal] bars, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση brittle στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «brittle».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!