• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
bro,
also UK: bruv
n
informal, abbreviation (brother)αδερφός ουσ αρσ
 I'm going to visit my baby bro at college this weekend.
bro,
also UK: bruv
interj
figurative, informal (term of address for male friend) (αργκό)μπρο, bro ουσ ουδ άκλ
 (καθομιλουμένη)φίλε ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)μεγάλε ουσ αρσ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)αδερφέ ουσ αρσ
 What are you doing tonight, bro? Do you want to hit the bars?
bro,
also UK: bruv
interj
figurative, informal (term of address for a male) (αργκό)μπρο, bro ουσ ουδ άκλ
 (προσφώνηση)φίλε ουσ αρσ
  μεγάλε ουσ αρσ
 (μεταφορικά: προσφώνηση)αδερφέ ουσ αρσ
 Hey, bro, look where you're going!
bro npejorative, figurative, informal, mainly US (alpha male, jock)μεγάλε ουσ αρσ
 At college, Jeff hung out with the bros.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bro' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bro στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bro».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!