|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | conductor n | (musical director) (ορχήστρας) | διευθυντής, μαέστρος ουσ αρσ | | | Our orchestra has a guest conductor this month. | | | Η ορχήστρα μας έχει έναν φιλοξενούμενο διευθυντή για αυτόν το μήνα. | | conductor n | (material that conducts: heat, etc.) | αγωγός ουσ αρσ | | | Human flesh is an excellent conductor of electricity. | | | Το ανθρώπινο δέρμα αποτελεί έναν εξαιρετικό αγωγό ηλεκτρισμού. | | conductor n | (train, bus: fare collector) (λεωφορείου, τρένου) | εισπράκτορας ουσ αρσ | | | Has the conductor been through to collect the tickets? | | | Μάζεψε ο εισπράκτορας τα εισιτήρια; | | conductor n | (person: who conducts debate, etc.) | συντονιστής, συντονίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | The conductor lost all control of the debate. | | | Ο συντονιστής έχασε κάθε έλεγχο της συζήτησης. |
Ο όρος 'conductor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|