• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: conducting, conduct

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conducting n(leading an orchestra)διεύθυνση ορχήστρας φρ ως ουσ θηλ
 Conducting may look easy, but it requires a deep understanding of music.
conducting n as adj(musicians: leading)για διεύθυνση ορχήστρας περίφρ
 Music students can take a conducting course.
conducting adj(carrying, transmitting)αγώγιμος επίθ
 Attach the conducting wire to one pole of the battery.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sth] vtr(carry, transmit [sth])άγω, μεταφέρω ρ μ
  είμαι αγωγός έκφρ
 Wires conduct electricity.
 Water conducts sound.
 Τα καλώδια μεταφέρουν ηλεκτρισμό.
 Το νερό είναι αγωγός του ήχου.
conduct [sth/sb] vtr(musicians: lead) (στη μουσική)διευθύνω ρ μ
 He conducted the orchestra.
 Διεύθυνε την ορχήστρα.
conduct [sth] vtr(carry out, perform [sth])διενεργώ, διεξάγω ρ μ
  εκτελώ ρ μ
 The website conducted a survey of car owners.
 Η ιστοσελίδα διεξήγαγε δημοσκόπηση για ιδιοκτήτες αυτοκινήτων.
conduct [sth] vtr(manage, direct)διευθύνω, διαχειρίζομαι ρ μ
 He conducted his business efficiently.
 Διεύθυνε την επιχείρησή του αποτελεσματικά.
conduct [sth] vtr(meeting: lead) (σε συνεδρίαση κλπ)προεδρεύω ρ μ
  διευθύνω ρ μ
 (επίσημο, λόγιος)άγω ρ μ
 He conducted the meeting since nobody else wanted to.
 Προέδρευσε στη συνεδρίαση αφού κανείς άλλος δεν το επιθυμούσε.
conduct n(behaviour)διαγωγή, συμπεριφορά ουσ θηλ
 (μεταφορικά)τρόπος ουσ αρσ
 Your conduct is not acceptable.
 Η διαγωγή σου είναι απαράδεκτη.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduct [sb] vtrformal (bring, guide [sb])οδηγώ, μεταφέρω ρ μ
 The officer conducted the prisoner to his cell.
 Ο υπάλληλος οδήγησε τον κρατούμενο στο κελί του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
conducting | conduct
ΑγγλικάΕλληνικά
nonconducting,
non-conducting
adj
(that does not conduct electricity, etc.)μονωτικός επίθ
  μη αγώγιμος περίφρ
semiconducting,
semi-conducting
adj
(partially conductive)ημιαγώγιμος επίθ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'conducting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conducting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «conducting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!