• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
gasp n(of surprise, etc.)κοφτή ανάσα επίθ + ουσ θηλ
 (από έκπληξη)πνιχτή κραυγή επίθ + ουσ θηλ
 Sharon let out a gasp when she noticed how late it was.
 Η Σάρον έβγαλε μια κοφτή ανάσα μόλις παρατήρησε πόσο αργά ήταν.
gasp n(breath)αναπνοή ουσ θηλ
  ανάσα ουσ θηλ
 Kelsey took in a huge gasp of air and blew out all the candles on her cake.
 Η Κέλσεϋ πήρε μια βαθιά αναπνοή και έσβησε όλα τα κεράκια στην τούρτα της.
gasp vi(breathe in sharply)παίρνω μια κοφτή ανάσα περίφρ
 (μεταφορικά: από έκπληξη)μου κόβεται η ανάσα έκφρ
  αφήνω μια πνιχτή κραυγή περίφρ
 Laura gasped when she saw her new car.
 Η Λώρα πήρε μια κοφτή ανάσα όταν είδε το νέο της αυτοκίνητο.
gasp vi(breathe with difficulty)αναπνέω με δυσκολία περίφρ
 (καθομιλουμένη)λαχανιάζω ρ αμ
 Rob was gasping after his run.
gasp [sth] vtr(say breathlessly)λέω κτ ξεψυχισμένα ρ μ + επίρ
 Sarah was weak from her illness, but she managed to gasp her last wishes to her son.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be gasping for [sth] vi + prepfigurative (want, need urgently) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)πεθαίνω για κτ έκφρ
  θέλω κτ τρελά έκφρ
Σχόλιο: Used in the continuous
 I'm gasping for a cup of tea!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
gasp for air,
gasp for breath
v expr
(breathe with difficulty)αναπνέω με δυσκολία έκφρ
  βαριανασαίνω ρ αμ
 Paul gasped for breath as he came up out of the water.
last gasp n(final breath before dying)τελευταία ανάσα επίθ + ουσ θηλ
  ύστατη πνοή επίθ + ουσ θηλ
 Grandma took her last gasp, then her eyes rolled back and I knew she was dead.
last-gasp adjfigurative (attempt: final, desperate)τελευταίος επίθ
  ύστατος επίθ
 (χωρίς ελπίδα)απεγνωσμένος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is an adjective
 He made a last-gasp effort to rescue the drowning dog, but unfortunately the current was too strong.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'gasping' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση gasping στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «gasping».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!