|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | in the face of expr | (despite) | παρόλο | | | | παρά | | | (με γενική) | σε πείσμα | | | In the face of all her problems, Mary persisted in her studies. | | | Παρόλο που αντιμετώπιζε προβλήματα, η Μαίρη συνέχισε τις σπουδές της. | | | Παρά τα προβλήματά της, η Μαίρη συνέχισε τις σπουδές της. | | in the face of expr | (when confronted with) | μπροστά σε κτ περίφρ | | | (επίσημο: με γενική) | ενώπιον επίρ | | | | όταν βρίσκομαι αντιμέτωπος με κπ/κτ περίφρ | | | In the face of the angry crowd, the speaker maintained her calm. | | | Η ομιλήτρια διατήρησε την ψυχραιμία της μπροστά στο θυμωμένο πλήθος. |
Ο όρος 'in the face of' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|