• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in the face of expr(despite)παρόλο
  παρά
 (με γενική)σε πείσμα
 In the face of all her problems, Mary persisted in her studies.
 Παρόλο που αντιμετώπιζε προβλήματα, η Μαίρη συνέχισε τις σπουδές της.
 Παρά τα προβλήματά της, η Μαίρη συνέχισε τις σπουδές της.
in the face of expr(when confronted with)μπροστά σε κτ περίφρ
 (επίσημο: με γενική)ενώπιον επίρ
  όταν βρίσκομαι αντιμέτωπος με κπ/κτ περίφρ
 In the face of the angry crowd, the speaker maintained her calm.
 Η ομιλήτρια διατήρησε την ψυχραιμία της μπροστά στο θυμωμένο πλήθος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
fly in the face of [sth] v exprfigurative (contradict completely)έρχομαι σε πλήρη αντίθεση με κτ έκφρ
  αντιτίθεμαι σε κτ έκφρ
  είμαι αντίθετος με κτ έκφρ
  αντίκειμαι πλήρως σε κτ έκφρ
in the face of death expr(when confronting death)αντιμέτωπος με το θάνατο έκφρ
 A bullfighter stands in the face of death every time he goes into the ring.
laugh in the face of [sth] v exprinformal, figurative (mock defiantly)αψηφώ ρ μ
 He's so brave that he laughs in the face of danger.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in the face of' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in the face of στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in the face of».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!