• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in the lead adv(winning)που προηγείται περίφρ
 (καθομιλουμένη)που κερδίζει περίφρ
 Up by thirteen points over the hated Bears, the Wolves are currently in the lead.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
in the lead-up adv(in the period before)πριν επίρ
in the lead-up to [sth] expr(in the period before)την περίοδο πριν από κτ, το διάστημα πριν από κτ περίφρ
 (συγκεκριμένα για εκλογές)την προεκλογική περίοδος περίφρ
 This change was reflected in the opinion polls conducted in the lead up to the election.
take the lead on [sth],
take the lead in [sth]
v expr
(take the initiative on)παίρνω την πρωτοβουλία για κτ έκφρ
  αναλαμβάνω ηγετικό ρόλο σε κτ έκφρ
  είμαι πρωτοπόρος σε κτ έκφρ
 (μεταφορικά)παίρνω τα ηνία του κτ έκφρ
 Our company is proud to be taking the lead on recyclable packaging.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in the lead στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in the lead».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!