• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: nitpicking, nitpick

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nitpicking,
nit-picking
n
(pedantry, fussiness)σχολαστικότητα ουσ θηλ
nitpicking,
nit-picking
adj
(pedantic, fussy)σχολαστικός, λεπτολόγος επίθ
 (καθομιλουμένη)ψείρας επίθ
 My nitpicking stepmother was never satisfied with my efforts.
 Η σχολαστική θετή μου μητέρα δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένη από τις προσπάθειές μου.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nitpick vifigurative, informal (find faults) (μεταφορικά, καθομ)ψειρίζω ρ μ
 My boss wastes his time nitpicking instead of addressing major problems.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nitpicking' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nitpicking στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «nitpicking».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!