nun

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈnʌn/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/nʌn/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'nun': (nun; Linguist. no̅o̅n, nŏŏn); 'Nun': (no̅o̅n)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
nun n(woman: member of convent)καλόγρια ουσ θηλ
  μοναχή ουσ θηλ
 (μεταφορικά)αδερφή, αδελφή ουσ θηλ
 Emma decided to devote her life to religion and become a nun.
 Η Έμμα αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή της στη θρησκεία και να γίνει καλόγρια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'nun' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: became a nun, the nuns in the convent, a convent for nuns, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση nun στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «nun».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!