|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sexed adj | (being of a sex) (σε γενική) | φύλου ουσ ουδ | | sexed adj | (having sexual characteristics) | που έχει χαρακτηριστικά φύλου περίφρ | | sexed adj | (having sex appeal) | σέξυ επίθ άκλ | | | | σεξουαλικός επίθ |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sex n | (intercourse) | σεξ ουσ ουδ άκλ | | | (ρομαντικό) | έρωτας ουσ αρσ | | | (τυπικό, επίσημο) | συνουσία ουσ θηλ | | | (επιστημονικό) | γενετήσια πράξη ουσ θηλ | | | Sex is less important than friendship in maintaining a happy relationship. | | | Για μια ευτυχισμένη σχέση, το σεξ είναι λιγότερο σημαντικό από τη φιλία. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το ζευγάρι κάνει έρωτα δύο φορές την εβδομάδα. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες η συνουσία είναι ιδιωτική υπόθεση. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο βιασμός είναι γενετήσια πράξη χωρίς την συγκατάθεση του θύματος. | | sex n | (biology: male, female) | φύλο ουσ ουδ | | | | γένος ουσ ουδ | | | It is very hard to determine the sex of some birds. | | | Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις το φύλο σε μερικά είδη πουλιών. | | | Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις το γένος σε μερικά είδη πουλιών. | | sex n | (sexual attraction) | σεξ ουσ ουδ άκλ | | | Sex has always been used to sell movies. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | sex n as adj | (sexual) | σεξουαλικός επίθ | | | Sex education is required at most American schools. | | sex [sth]⇒ vtr | (animal: determine sex) | καθορίζω το φύλο περίφρ | | | The veterinarian sexed the chicks and divided them into males and females. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: sex [sth] up, sex up [sth] vtr phrasal sep | figurative (make more exciting) (μεταφορικά: διανθίζω) | αλατίζω, καρυκεύω, στολίζω ρ μ | | | (μεταφορικά) | βάζω αλατοπίπερο σε κτ περίφρ | | | The newspaper sexed up the story in order to make it more interesting for their readers. | | | Η εφημερίδα έβαλε αλατοπίπερο στην ιστορία, για να προσελκύσει περισσότερο το ενδιαφέρον των αναγνωστών της. | sex [sb] up, sex up [sb] vtr phrasal sep | (arouse sexually) | ερεθίζω ρ μ | | | (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | φτιάχνω ρ μ | | | Here are some tips on how to sex a woman up. |
Ο όρος 'sexed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|