snuggle

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsnʌgəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈsnʌgəl/ ,USA pronunciation: respelling(snugəl)

Inflections of 'snuggle' (v): (⇒ conjugate)
snuggles
v 3rd person singular
snuggling
v pres p
snuggled
v past
snuggled
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle vi(cuddle, long hug)αγκαλιάζομαι ρ μ αλληλοπαθ
  κάνω αγκαλιά, κάθομαι αγκαλιασμένος, κάθομαι αγκαλιά περίφρ
 Brian and Evelyn were snuggling on the sofa.
 Ο Μπράιαν και η Έβελυν κάθονταν αγκαλιά στον καναπέ.
snuggle vi(get comfortable)βολεύομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)χώνομαι ρ αμ
  χουχουλιάζω ρ αμ
 Polly snuggled into the cushions.
 Η Πόλυ χώθηκε στα μαξιλάρια.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle n(act of snuggling)αγκαλιά ουσ θηλ
 (καθομ: συχνά πληθυντικός)αγκαλίτσα ουσ θηλ
 John suggested a snuggle to Karen.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle up vi phrasal(cuddle or huddle together)αγκαλιάζομαι ρ αμ
 (όχι από ανάγκη)κάνω αγκαλίτσες περίφρ
 They snuggled up on the sofa to watch a film.
 The lovers snuggled up to keep warm.
 Αγκαλιάστηκαν στον καναπέ για να δουν μια ταινία. // Οι εραστές αγκαλιάστηκαν για να μείνουν ζεστοί.
 Έκαναν αγκαλίτσες στον καναπέ για να δουν μια ταινία.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
snuggle up to [sb] v expr(curl up close to)κουρνιάζω δίπλα σε κπ περίφρ
 (μόνο για άνθρωπο)χώνομαι στην αγκαλιά κπ, τρυπώνω στην αγκαλιά κπ περίφρ
 (λίγο πιο γενικά)αγκαλιάζω ρ μ
 Little Bess snuggles up to her favorite teddy bear when she naps.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'snuggle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: had a snuggle on the [sofa, bed, bench], a snuggle under the [covers, sheets, blanket], a snuggle with your [boyfriend, girlfriend, husband, wife, child], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση snuggle στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «snuggle».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!