|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | so many adj | (a large number of) | τόσοι πολλοί έκφρ | | | With so many people in the room I can't find the exit. | | | Με τόσους πολλούς ανθρώπους στην αίθουσα δεν μπορώ να βρω την έξοδο. | | so many adj | (this number of) | συγκεκριμένος αριθμός περίφρ | | | A restaurant only has so many tables available at any given time. | | | Ένα εστιατόριο έχει μόνο συγκεκριμένο αριθμό τραπεζιών διαθέσιμα κάθε δεδομένη στιγμή. |
Ο όρος 'so many' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|