soaked

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsəʊkt/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: soaked, soak

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soaked adj(very wet) (καθομιλουμένη)μούσκεμα, μουσκίδι ουσ ως επίθ
 (ανεπίσημο, μεταφορικά)παπί ουσ ουδ
 (μόνο αντικείμενο)που έχει μουλιάσει περίφρ
 Mark was soaked after getting caught in a sudden downpour.
 Ο Μαρκ ήταν μούσκεμα αφού έπιασε ξαφνική νεροποντή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soak [sth/sb] vtr(immerse in liquid)μουλιάζω ρ μ
  μουσκεύω ρ μ
 (κάτι σε κάτι)βουτάω ρ μ
 (επίσημο)εμβαπτίζω ρ μ
 Robert soaked his stained shirt in a bowl of water.
 Ο Ρόμπερτ μούσκεψε το λερωμένο πουκάμισό του σε μια λεκάνη με νερό.
soak [sb/sth] vtr(by rain)μουσκεύω ρ μ
  καταβρέχω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάνω κπ παπί, κάνω κπ μούσκεμα έκφρ
 The sudden downpour soaked the spectators.
 Η ξαφνική νεροποντή μούσκεψε τους θεατές.
soak vi(be left in liquid)μουλιάζω ρ αμ
 The casserole dish was hard to clean, so Ian left it to soak.
soak n(period of immersion)εμβύθιση ουσ θηλ
  εμβάπτιση ουσ θηλ
 (για πλύσιμο)μούλιασμα ουσ ουδ
 That pan needs a soak before you try to wash it up.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
soak nslang (drunk) (καθομιλουμένη)μπεκρής, μπεκρού ουα αρσ, ουσ θηλ
 (αργκό)μπεκροκανάτα ουσ θηλ
 Anna is a soak; she's in the bar every night until closing time.
soak [sb],
soak [sb] for [sth]
vtr
mainly US, figurative, informal (get money from) (καθομιλουμένη)φεσώνω κπ με κτ, φεσώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 Tamsin soaked Paul for ten dollars.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
soak in vi phrasal(liquid: be absorbed)απορροφώμαι ρ αμ
 Wipe up that stain quickly, before it soaks into the carpet.
soak in vi phrasalfigurative (information, experience: take in) (μεταφορικά)απορροφώμαι ρ αμ
 That's a lot of new information, so I'll give you a moment to let it all soak in.
soak [sth] up,
soak up [sth]
vtr phrasal sep
(absorb: liquid) (κυριολεκτικά)απορροφώ, ρουφάω ρ μ
 You can use a sponge to soak up water.
 Μπορείς να χρησιμοποιήσεις ένα σφουγγάρι για να απορροφήσεις νερό.
soak [sth] up,
soak up [sth]
vtr phrasal sep
figurative (take in: information, experience) (μεταφορικά)απορροφώ, ρουφάω ρ μ
 Children pay attention to more than we realize, soaking up everything around them.
 Τα παιδιά προσέχουν περισσότερα από ότι αντιλαμβανόμαστε απορροφώντας τα πάντα γύρω τους.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
soaked | soak
ΑγγλικάΕλληνικά
get soaked vi + adj(be drenched)γίνομαι μούσκεμα ρ αμ + επίθ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)γίνομαι παπί ρ αμ + επίθ
 I didn't think it was raining that hard, but I got soaked just going from my house to my car.
 We got caught in the rain and all got soaked.
 Νόμιζα ότι δε βρέχει δυνατά αλλά έγινα μούσκεμα πηγαίνοντας από το σπίτι στο αμάξι μου. // Μας έπιασε βροχή και γίναμε μούσκεμα.
get soaked vi + adjfigurative, US, slang (be overcharged)με χρεώνουν υπερβολικά έκφρ
 (μεταφορικά, αποδοκιμασίας)με γδύνουν έκφρ
 There was only one room vacant in the whole town, so of course we got soaked.
soaked to the bone exprfigurative (very wet: from rain, etc.)μούσκεμα επίθ άκλ
 (μεταφορικά)παπί ουσ ως επίθ άκλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'soaked' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the soaked [peas, vegetables, cabbage], [peas] soaked in [water, ice water, oil, brine, a bowl], [an oil, a paraffin] -soaked [rag, cloth], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση soaked στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «soaked».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!