• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: steamed, steam

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steamed adj(cooked using steam)μαγειρεμένος στον ατμό περίφρ
  στον ατμό περίφρ
 When I was dieting, I only ate steamed vegetables.
 Όταν έκανα δίαιτα, έτρωγα μόνο λαχανικά μαγειρεμένα στον ατμό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steam n(water vapour)ατμός ουσ αρσ
 Steam rose from the boiling kettle.
 Από το καζάνι που έβραζε έβγαινε ατμός.
steam [sth] vtr(cook with steam)μαγειρεύω κτ στον ατμό περίφρ
 Sean steamed some vegetables to go with the meal.
 Ο Σον μαγείρεψε μερικά λαχανικά στον ατμό για να συνοδέψει το φαγητό.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
steam vifigurative ([sb]: very angry) (μεταφορικά)βγάζω καπνούς, βγάζω καπνούς απ' τα αφτιά έκφρ
 (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω έκφρ
 (αργκό, μεταφορικά)φορτώνω, βράζω ρ αμ
  εξοργίζομαι, νευριάζω ρ αμ
 As the drunk man continued to make bigoted comments, Lucy could see Bill starting to steam.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
steam up vi phrasal(become obscured by vapour)θαμπώνω, θολώνω ρ αμ
 It was so hot in the room that my glasses steamed up.
steam [sb] up vtr phrasal sepslang, figurative (anger, annoy) (καθομιλουμένη)θυμώνω, τσαντίζω, εκνευρίζω ρ μ
 (αργκό, μεταφορικά)κάνω κπ να τα πάρει έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
steamed | steam
ΑγγλικάΕλληνικά
steamed up,
steamed-up
adj
(obscured by vapor)θαμπωμένος, θολωμένος μτχ ενέστ
  θαμπός, θολός επίθ
 Janice couldn't see very well through her steamed-up glasses.
steamed up,
steamed-up
adj
figurative, informal (angry, excited) (μεταφορικά)εξοργισμένος, εκνευρισμένος επίθ
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective precedes the noun
 Boy, he's really steamed up over not getting a raise!
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'steamed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: steamed [broccoli, cauliflower, vegetables, cabbage, mussels, rice], [make, eat] steamed [broccoli], served with steamed [broccoli], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση steamed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «steamed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!