|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | yearn to do [sth] v expr | (want: to do) (να κάνω κτ) | λαχταράω, λαχταρώ, ποθώ ρ μ | | | The little girl sat quietly at her desk, but she was yearning to go outside and play in the sunshine. | | | Το κοριτσάκι κάθισε ήσυχο στο θρανίο του, όμως λαχταρούσε να βγει έξω να παίξει στη λιακάδα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | yearn for [sth/sb] vi + prep | (desire) | λαχταράω, λαχταρώ ρ μ | | | (ανεπ: συχνά για φαγητό) | λιγουρεύομαι, λιμπίζομαι ρ μ | | | I yearn for a home-cooked meal. |
Ο όρος 'yearn' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|