• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: yelling, yell

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yelling n(shouting)φωνές ουσ θηλ πλ
 Rita went to the window to see what all the yelling was about.
 Η Ρίτα πήγε στο παράθυρο να δει για τι ήταν όλες αυτές οι φωνές.
yelling adj(shouting)που φωνάζει περίφρ
 The yelling children were giving Harold a headache.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yell vi(scream, shout)φωνάζω ρ αμ
  ουρλιάζω, κραυγάζω ρ αμ
 (από θυμό)ωρύομαι ρ αμ
 (καθομιλουμένη)σκούζω ρ αμ
 Judging by the way the boss is yelling, he must be upset about something.
 Κρίνοντας από τον τρόπο που ωρύεται το αφεντικό πρέπει να έχει ταραχτεί από κάτι.
yell at [sb/sth] vi + prep(shout angrily at)φωνάζω σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  βάζω τις φωνές σε κπ/κτ έκφρ
 Susan yelled at her dog but the barking continued.
 Η Σούζαν έβαλε τις φωνές στον σκύλο της, αλλά το γάβγισμα συνεχίστηκε.
yell n(scream, shout)φωνή, κραυγή ουσ θηλ
  ουρλιαχτό ουσ ουδ
 Monica's yell when her brother snuck up behind her and scared her must have been heard by half the neighbourhood.
 Η κραυγή της Μόνικα όταν ο αδερφός της την πλησίασε αθόρυβα από πίσω για να την τρομάξει, πρέπει να ακούστηκε στη μισή γειτονιά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
yell vi(cry)ουρλιάζω ρ αμ
 (ανεπίσημο)σκούζω ρ αμ
 The baby was yelling, so Edward changed his nappy.
yell [sth] vtr(scream, shout)φωνάζω, ουρλιάζω ρ μ
 The woman was yelling insults at the shop assistant.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
yell [sth] out,
yell out [sth]
vtr phrasal sep
(cry, shout)φωνάζω ρ μ
 I yelled out "Stop!" just as she was about to drive through the red light.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
yell | yelling
ΑγγλικάΕλληνικά
rebel yell nUS (US Civil War: confederate battle cry)πολεμική ιαχή ουσ θηλ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Every time Josh gets drunk he starts in with those stupid rebel yells.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'yelling' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση yelling στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «yelling».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!