| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| asleep adj | (sleeping) | που κοιμάται περίφρ |
| | (σπάνιο) | κοιμισμένος μτχ πρκ |
| Σχόλιο: Not used directly before the noun; before the noun, use "sleeping". |
| Σχόλιο: Η λέξη κοιμισμένος συχνά χρησιμοποιείται με αρνητική έννοια, για κάποιον που είναι αργός, που δεν είναι συγκεντρωμένος. Προτιμάται η απόδοση με το ρήμα «κοιμάμαι». |
| | Evan didn't hear the announcement because he was asleep. |
| | Ο Έβαν δεν άκουσε την ανακοίνωση γιατί κοιμόταν. |
| asleep adj | figurative (body part: numb) | μουδιασμένος μτχ πρκ |
| | Joanna's foot was asleep, which caused her to stumble as she stood up. |
| | Το πόδι της Τζοάνα ήταν μουδιασμένο και γι αυτό σκόνταψε όταν σηκώθηκε. |
| asleep adj | figurative (dormant) (μεταφορικά, λόγιος) | που κοιμάται περίφρ |
| | | αδρανής, ανενεργός επίθ |
| | Although the volcano is said to be asleep, the villagers remain wary. |
| | Παρόλο που το ηφαίστειο είναι αδρανές (or: ανενεργό), οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί |
| asleep adj | figurative (not aware) (μεταφορικά) | που κοιμάται περίφρ |
| | (μεταφορικά, προσβλητικό) | κοιμισμένος μτχ πρκ |
| | The opposing team must have been asleep; they missed so many opportunities to score. |
| | Η αντίπαλη ομάδα πρέπει να κοιμόταν, έχασαν τόσες ευκαιρίες να σκοράρουν. |
| asleep adv | figurative (to death, dead) (μτφ, ευφημισμός) | που κοιμάται περίφρ |
| | | που κοιμάται τον αιωνιο ύπνο περίφρ |
| | The dead lie asleep beneath the earth. |