asleep

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈsliːp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈslip/ ,USA pronunciation: respelling(ə slēp)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
asleep adj(sleeping)που κοιμάται περίφρ
 (σπάνιο)κοιμισμένος μτχ πρκ
Σχόλιο: Not used directly before the noun; before the noun, use "sleeping".
Σχόλιο: Η λέξη κοιμισμένος συχνά χρησιμοποιείται με αρνητική έννοια, για κάποιον που είναι αργός, που δεν είναι συγκεντρωμένος. Προτιμάται η απόδοση με το ρήμα «κοιμάμαι».
 Evan didn't hear the announcement because he was asleep.
 Ο Έβαν δεν άκουσε την ανακοίνωση γιατί κοιμόταν.
asleep adjfigurative (body part: numb)μουδιασμένος μτχ πρκ
 Joanna's foot was asleep, which caused her to stumble as she stood up.
 Το πόδι της Τζοάνα ήταν μουδιασμένο και γι αυτό σκόνταψε όταν σηκώθηκε.
asleep adjfigurative (dormant) (μεταφορικά, λόγιος)που κοιμάται περίφρ
  αδρανής, ανενεργός επίθ
 Although the volcano is said to be asleep, the villagers remain wary.
 Παρόλο που το ηφαίστειο είναι αδρανές (or: ανενεργό), οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούν να είναι επιφυλακτικοί
asleep adjfigurative (not aware) (μεταφορικά)που κοιμάται περίφρ
 (μεταφορικά, προσβλητικό)κοιμισμένος μτχ πρκ
 The opposing team must have been asleep; they missed so many opportunities to score.
 Η αντίπαλη ομάδα πρέπει να κοιμόταν, έχασαν τόσες ευκαιρίες να σκοράρουν.
asleep advfigurative (to death, dead) (μτφ, ευφημισμός)που κοιμάται περίφρ
  που κοιμάται τον αιωνιο ύπνο περίφρ
 The dead lie asleep beneath the earth.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
asleep at the switch adjUS, informal, figurative (not paying attention)απρόσεκτος, αμελής επίθ
 I'm sorry; I should have understood what you wanted. I was asleep at the switch.
fall asleep vi + adj(go to sleep)κοιμάμαι, αποκοιμιέμαι ρ αμ
  με παίρνει ο ύπνος έκφρ
 I lay awake in bed, unable to fall asleep.
 Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ξύπνιος. Ήταν αδύνατο να με πάρει ο ύπνος.
fall asleep vi + adjfigurative, informal (be bored) (μεταφορικά)με παίρνει ο ύπνος έκφρ
 (μεταφορικά)κοιμάμαι ρ αμ
 This movie is so boring, I'm falling asleep.
fast asleep adj(sleeping deeply) (μεταφορικά)που κοιμάται σαν πουλάκι έκφρ
Σχόλιο: επιθετικός προσδιορισμός
 I love being awake when everyone else in the house is fast asleep.
half-asleep adj(dopey, not alert)μισοκοιμισμένος μτχ πρκ
 (μεταφορικά)κοιμάμαι ακόμα ρ αμ + επίρ
 I was half-asleep when you called this morning so I don't remember what you said.
 Davina made breakfast for the still half-asleep teenagers.
sound asleep adj(sleeping deeply)που κοιμάται βαθιά περίφρ
  που κοιμάται του καλού καιρού περίφρ
 When they're sound asleep my kids look like little angels.
 I thought my sneeze would wake her but she was sound asleep.
 Όταν κοιμούνται βαθιά τα παιδιά μου μοιάζουν με αγγελούδια. //Πίστευα πως το φτέρνισμα μου θα την ξυπνούσε αλλά εκείνη κοιμόταν βαθιά.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'asleep' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is (still) fast asleep, is (fast) asleep on the [sofa, hammock], (the dog) is asleep under the [bed, tree], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση asleep στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «asleep».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!